Ετικέτες

,


γράφει ο απόμαχος

Σταράτες κουβέντες από ανθρώπους που πρόσφεραν

-ΚαπταΜιχάλη, άκουσα μαθές, ο φόβος για το θάνατο γέννησε το Θεό. Εσύ τι λες, είναι έτσι;

-Και ποιος φοβάται το θάνατο μωρέ Κωνσταντή; Εγώ για να σου πω την αλήθεια τον έχω χεσμένο, και τον πολέμησα αμέτρητες φορές όταν ορμούσε με τα κύματα να με πατώσει. Άλλωστε απ’ τη μέρα που με γέννησε η καπετάνισσα μπήκε στο καβούκι μου σπιούνος και μπαμπέσης για να μου ψιθυρίζει αυτάρεσκα πως κάποια μέρα θα με καρυδώσει. Λένε πως κουφός είναι αυτός που δεν θέλει να ακούσει… έ, εγώ μαζί του κουφάθηκα και ούτε πια τον ακούω. Μόνο στον ανήφορο που περπατώ δε θέλω νάμαι μόνος γιατί ο εχθρός του ανθρώπου είναι η μοναξιά. Και όταν λέω μοναξιά εννοώ την δική σου, την εσωτερική.  Άμα δεν ακούς τη φωνή σου, να μαλώνεις μαζί της, να σε συμβουλεύει, να σε εμψυχώνει, να σε χαϊδεύει τότε είσαι μόνος, ολομόναχος με μια ανηφόρα που πίσω από τις ομίχλες γράφει ημερομηνία!

Και τι νομίζεις, πως η φωνή είναι δικιά σου; Χα, είναι το κομματάκι του Θεού βρε. Αυτό που σε παρακολουθεί . Και ξέρεις γιατί δεν επεμβαίνει; Γιατί τι σκατά ελεύθερος θάσουνα μωρέ; Όπου σ’ αρέσει ζήτω η ελευθερία και όπου τα βρίσκεις μπαστούνια… βοήθα; Και τι νόμισες πως είναι ελευθερία, ν’ αγαπάς, να βοηθάς, να παράγεις και να σέβεσαι τον άλλον. Έ αυτό θέλει ο χάρος να ακούσει “είμαι λεύτερος” και τότε, κατά πως λέει και ο Καζαντζάκης στις Αδερφοφάδες, σε μπουμπουνίζει μια με αδερφικό χέρι και πάει τέλειωσες. Μα δεν του κάνει τη χάρη ο Θεός που σε κρατάει στα πόδια σου όρθιο, σε παίρνει μαζί του κι άντε να μαντέψεις εσύ πως και τι.

Έσμιξε τα φουντωτά άσπρα του φρύδια και τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά από τον μυρωδάτο καπνό  στο φιλντισένιο  τσιμπούκι. Κοίταξε βαθιά στη θάλασσα. Ογδοενταεπτάχρονα  χαρακτηριστικά με σκαμμένο πρόσωπο  και αγέρωχα μάτια.  Μου θύμισε τον μακαρίτη τον πατέρα μου όταν στα ογδόντα του πέθαινε φωνάζοντας “Χάρε σε νίκησα, έζησα ογδόντα χρόνια και τώρα φεύγω παρέα με το Θεό!”

πασχαλης

Advertisements