Ετικέτες

, ,


γραφει ο απομαχος  πασχαλης

“Νύχτα για ποιητές, για εξομολογήσεις, για φανταστικά μακρινά ταξίδια πέρα και πιο κάτω κι απ’ το Σταυρό του Νότου!”

Βράδυ Αυγουστιάτικο με ένα από κείνα τα τεράστια φεγγάρια που τόσο λάτρεψε ο έρωτας. Ψιλονοτιάς και κουβαλάει ζεστές μυρωμένες αέρινες μάζες ανακατεμένες με την αρμύρα, ζαλάδα στο μυαλό και ευφορία στη ψυχή. Δεν περνάει τούτο δω έτσι απλά. Τρεις ναυτικοί ξέμπαρκοι και ένα στεριανό σέρνοντας ξοπίσω του, απόμακρο κουσούρι παιδικών χρόνων, μια πράσινη βελέντζα…  και μια ψαρόβαρκα πεντάμετρη, την Ελένη.

Αφήσαμε το μπαράκι δίπλα στη θάλασσα και με κακό σύμβουλο το αλκοόλ που κύλησε άφθονο στα λαρύγγια μας βαλθήκαμε στα μαύρα μεσάνυχτα να φτάσουμε στις καβουρότρυπες, απέναντι ακριβώς από το περιβόλι της Παναγιάς και κάτω από το εποπτικό βλέμμα του Άθω, στο Σιγγιτικό κόλπο ! Εκατό μέτρα από την ακτή και σε βάθος τρείς οργιές στα… μαύρα-άσπρα να ρίξουμε ένα παραγαδάκι κατοστάρι δολωμένο κατσομάμουρα και θύματα… μουρμούρες.  Λεπιδόπτερα χωρίς μπούσουλα τρελαμένα σα χαζή ανεμοδούρα αλλά… θαλασσοδαρμένοι ναυτικοί. Δυό πυροφάνια μπήκαν στο στόχαστρο του φανταστικού παλινόριου και πλάνταξε η Ελένη κάτω από το βάρος μας. Μα ο καιρός είναι μαλακός γιατί τον κόβει ο κάβος της Σάρτης. Η μάνα με τα παράμαλα δολωμένα ξάπλωσε ανάμεσα αμμούδα και φυκιάδα στήνοντας καρτέρι. Έπεσε και το τελευταίο σημαδούρι και…

-Ωρέ καπετάνιο, λάθος πάμε ή λάθεψαν τα πυροφάνια;

Εκείνα ξέκοψαν φουριόζικα να χωθούν στον όρμο της Αχλάδας. Κι εμείς απτόητοι θαλασσόλυκοι σ’ ένα βαθύ μπουντρούμι που έτσι και πέταγες σπίρτο θα γινόταν παρανάλωμα. Ίσα που φαίνονταν τα βράχια αλλά η περασιά επιδέξια χωρίς γρατσουνιά μέχρι που η καρίνα σύρθηκε πάνω στην αμμούδα. Απλώθηκε η βελέντζα κάτω και το μπουκάλι έκανε με ταχύτητα το γύρω μη και χαθεί στην εξάτμιση έστω και μια γουλιά.

Τραγούδια και χάχανα και παλιές ιστορίες. Κι από πάνω ένας ουρανός γεμάτος Αυγουστιάτικο φεγγαρόφως! Νύχτα για ποιητές, για εξομολογήσεις, για φανταστικά μακρινά ταξίδια πέρα και πιο κάτω κι απ’ το Σταυρό του Νότου! Ήτανε, λέει, εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης… έσκαζε μέσα απ’ τα ερτζιανά του μικρού τρανσίστορ ο Καββαδίας στην ατμόσφαιρα. Και μεις ονειροπαρθήκαμε χωρίς να προσέξουμε πως το πλατσούρισμα της Ελένης έγινε αγριεμένο ξάφρισμα. Δυνάμωσε ο Νοτιάς σκάζοντας το κύμα στις κορυφές του αρχίζοντας το πάνε έλα στη στεριά.

Πεταχτήκαμε πάνω και την σπρώξαμε με δύναμη στο νερό. Βάραινε η βάρκα φτάνοντας ίσα κουπαστή ίσα νερά.  Στον πάτο της βάρκας η βελέντζα μουσκίδι θα ζύγιζε ίσα με ένα τόνο. Την πετάξαμε σε καλό σημάδι για να την βρούμε το πρωί και βάλαμε μπροστά την δεκαπεντάλογη μηχανή. Βολευτήκαμε ομοιόμορφα και πάτησα γκάζι. Το μικρό σκαρί παραφορτωμένο σήκωσε μούρη και άρχισε να παλεύει με μια θάλασσα που έτρεχε να δυναμώσει κι εμείς να απαγκιάσουμε έστω για λίγο από τη μανία του Νοτιά.

Το στεριανό ξάπλωσε στο καμπούνι μοιρολογώντας την επέκτασή του, τη βελέντζα. “Όϊ μανούλα μου. Θα με φάει το μαύρο το κύμα και τα μαύρα τα ψάρια” μονολογούσε.  Ο Γιωργής, παλιός καπετάνιος, έβριζε μέσα από τα δόντια του ”Γλύτωσα από δυό ναυάγια και θα πάω έτσι άδοξα σε μια σχεδία; Κράτα γερά μωρέ στον καιρό” Ο τρίτος της παρέας ένας μηχανικός, ο Κωστής, χαμογελούσε βεβιασμένα. “ΆΪντε μωρέ καπετάνιο, δεν βγήκα στη στεριά για να πνιγώ σε μια βάρκα” Κι εγώ τον έφερνα κάπως τον καιρό στην μπάντα σιγά σιγά ν’ απαγκιαστώ. Τόξερα πως δε θα με πρόδιδε το σκαφάκι, ούτε η μηχανή που τραβούσε όλο το ζόρι.

Μας έχασε ο νοτιάς και μαλάκωσε το κύμα. Η Ελένη πήρε τα πάνω της και έτρεχε τώρα αγέρωχα προς το λιμανάκι στην άκρη στο Πλατανίτσι. Δεν ήταν και λίγο αυτό που κατάφερε με τρεις θαλασσόλυκους και ένα στεριανό βελεντζοχτυπημένο.

Ξεμεθύσαμε όλοι μας και χάσαμε το χιούμορ. Περάσαμε από κάποια στενάχωρη κατάσταση που μας έβγαλε λίγο, κάτι από τα ψυχωτικά μας. Μάθημα ζωής για όλους το τι μπορεί να γίνει σε μια αληθινά τραγική κατάσταση. Εδώ τότε ξεχωρίζουν τα επίκτητα στολίδια από τα κεκτημένα! Θάταν κοντά στα 1985.

πασχαλης

Advertisements