Ετικέτες

,


γραφει ο απομαχος

“Αλήθεια σας αγαπώ! Όμως μισώ τις ιδιοτροπίες σας που σας όρμισαν στα γεράματα, ή ήταν πάντα;”

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα, Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ, Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά…

nikos

Ώρες ώρες χάνουμαι. Ψάχνω να βρω το ποιος και τι ήμουν. Φίλοι από χρόνια ξαφνικά μ’ αφήνουν, νέοι γεννιούνται από το πουθενά. Περνώ δρόμους γνωστούς από χρόνια και το εθιμικό μου φέρνει πρόσωπα και φωνές. Είναι η ώρα που νοσταλγώ, τη νιότη μου τουλάχιστον. Και όλοι αυτοί που στοίχειωσαν τα χρόνια μου γερνούν ο καθένας στο κονάκι του ανάμεσα σ’ ανθρώπους που τον περιβάλλουν. Και ήταν ασήμαντη αυτή η παρουσία, σχεδόν ψεύτικη.

Άνθρωποι που μου εμπιστεύτηκαν μύχια μυστικά κι ακούμπησαν πάνω στην συμπόνια μου, χάθηκαν πίσω από την λήθη τους. Οι δρόμοι ανηφορικοί και η ακμάδα χάνεται σε κάθε βήμα. Σταματάς και βάζεις γείσο το χέρι, στενεύεις τα μάτια και κοιτάς. Θολό τοπίο, νεκρό. Η πόλη ήταν κάποτε, τώρα… Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ; Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας. Κλέφτες! Στὰ ψέματα παίζαμε!

Δεν είναι που γερνώ, που πέφτω σε περίεργη δύνη. Είναι που αλλάζουν οι ανθρώποι. Κάποτε φώναζαν και τώρα σιωπούν. Μη και χαλάσει η μοριοδέτηση του σώματός μου και σκορπιστώ σα μπαλάκια του φελιζόλ στις ορέξεις του κάθε ανέμου. Αλήθεια σας αγαπώ! Όμως μισώ τις ιδιοτροπίες σας που σας όρμισαν στα γεράματα, ή ήταν πάντα;

Δέστε, φύγαν πολλοί και ούτε που θα τους ξαναδούμε. Δε ξέρω για μετά αλλά ας μη γελιόμαστε. “Οι στίχοι αυτοί, μπορεί και νά ναι οι τελευταίοι. Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν. Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δεν ζούνε πια. Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι. Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά”

Μια ριπή ανέμου, μια δροσοσταλιά, μια ανασαμιά κι ύστερα… ύστερα σφάλισαν τα μάτια κι έφυγε η πνοή. Να τι ήταν, μια σταλίτσα πράμα. Ώσπου να μετανιώσω για τα κακά, ώσπου να χαρώ για τα καλά όμως… θα βγω στους δρόμους και θα περπατώ. Δε μπορεί κάποιο θα δω να θυμηθώ κι ας ουρλιάζουν πίσω μου τα Alert. Το πολύ πολύ να γράφει το ταμπελάκι “υπερήλιξ εξήντα χρονών…” Έτσι…

“Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανέναν κι ούτε κανένας με γνώριζε”

Αύριο θάναι νέος χρόνος, νέο βάρος στους αστραγάλους. Θάναι νέα όνειρα, νέες ελπίδες. Ποιος, κανένας πια δεν τις πιστεύει. Όλοι με μπλάβα μάτια, σκυμμένα κεφάλια. Και τα γέλια προσποιητά. Όμως όχι, εδώ γεννηθήκαμε εδώ θα επιστραφούμε. Και όλη η ζωή μου μια φλασιά γεμάτη φως.

πασχαλης

Σημ. Με πλάγια και έντονα από ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη

 

Advertisements