Ετικέτες

,


titaΣήκωσα τα μαξιλάρια πιο πάνω και ύστερα την τράβηξα όσο πιο απαλά μπορούσα. Σε κάθε μετακίνηση ούρλιαζε από τους πόνους. Είχε να φάει μια βδομάδα και τον ορό τον αρνιόταν πεισματικά. Την κατέτρωγε η επάρατη εδώ και κάποιους μήνες. Τα μαύρα της μάτια κρατούσαν ακόμη εκείνη τη νεανική λάμψη, όπως την θυμόμουν από μικρός. Όλη της η ζωή μια αποτυχία από τη στιγμή που η ερωτική απογοήτευση της έκλεισε ερμητικά την πόρτα στο συναίσθημα.  Έκτοτε, απλά ζούσε. Και τώρα μάκραινε το βλέμμα της στο ηλιοβασίλεμα, πέρα από τον Θερμαϊκό πάνω απ’ τα βουνά. Κάτι λίγα μαβιά σύννεφα έπαιζαν με τον αέρα  αλλάζοντας χρώματα. Κυρίαρχο το πετρόλ με κείνες τις μοναδικές δειλινές χρωματικές στιγμές της Θεσσαλονίκης.  Όπου νάταν σκοτείνιαζε και η μέρα στο τέλειωμά της. Ανοιγόκλεισε το ζωγραφιστό της στόμα ψελλίζοντας ένα αδύναμο “φεύγω κι εγώ”.

Πέρασε καιρός, χρόνια που έφυγε για τις γειτονιές των αγγέλων. Πίσω της έμεινε αρκετό καιρό ο σύντροφος της. Ύστερα πέρασε κι αυτός στον λειμώνα με τους ασφοδέλους. Το σπίτι πουλήθηκε και σήμερα παίχτηκε η τελευταία πράξη σε ότι είχε απομείνει από τη ζωή τους. Έβλεπα μέρες τώρα  διάφοροι να μπαινοβγαίνουν και να παίρνουν πράγματα, και σήμερα…

Τα πήραν όλα. Έφευγαν φορτωμένοι με τα υπάρχοντά τους κι εγώ  πλημμύρισα θλίψη. Έσκασαν οι δακρυϊκοί πόροι δυό χοντρές σταγόνες που κύλισαν στα μάγουλα. Μακρόσυρτος ο αναστεναγμός “αχ βρε θεία μου!” Αυθόρμητα ήρθαν στο στόμα μου τα κατά Ιωάννη λόγια του ευαγγελίου “διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς…”.  Ήταν ο επίλογος, το τέλος!

πασχαλης

 

 

Advertisements