Ετικέτες

,


γραφει ο απόμαχος

gefyra1Ήταν μια τρύπα, σαν από παλιό κοτέτσι στη μεγάλη αυλή. Έγιναν δυό μικρά δωματιάκια και κουρελούδες για πόρτες. Στη θέση της εξώπορτας κρεμόταν μια τεράστια και πολύχρωμη κουρελού. Για πάτωμα υπήρχε η…γη, πασαλειμμένη με πηλό για νάναι σκληρή και λεία.

Εκεί μέσα μεγάλωνε σαν ξυπόλητη πριγκηπέσα. Κι εγώ, που έπινα νερό στο όνομά της, δεν έβλεπα τίποτε από όλα αυτά παρά μονάχα αυτή! Αυτή που ήταν μονάχα πέντε χρονών κι εγώ… άλλο τόσο! Τραβούσε η μάνα της την κουρτίνα και κάθουνταν μπροστά στην καλτσομηχανή. Την άκουγα που μέτραγε τους πόντους και κρέμαγε τα βαρίδια. Φρστ… γραπ γρουπ και ο λεβιές μια μπρος μια πίσω. Στο τέλος έβγαινε η κάλτσα, το τέκι! Σε λίγο θάβγαινε και το παρατέκι και γίνουνταν ζευγάρι. Δραχμές… ένα και είκοσι! Άξια η Mατίνα, μάζευε για το καινούριο και μεγάλο τους σπίτι που θα έχτιζαν αργότερα. Η φωνή της κατσαρή έφτανε μέχρι τη διαλότρυπα “Θα ρίξω ανθοκέρασα στο δρόμο που πατάς, θέλω να σ’ ομορφαίνουνε μπροστά όταν περνάς…”

Πώς να το περιγράψω το Νικάκι, ήτανε τόσο μικρό όσο κι εγώ, φορούσε ένα κοντό καρό φουστανάκι με ράντες και κάθε που έσκυβε φαινόταν το άσπρο βρακάκι της. “Να μη κοιτάς” έλεγε σαν παπαγάλος και γέλαγε. Ύστερα έτρεχε κάτω από το ξύλινο γεφυράκι. Μαζεύαμε πέτρες και ξύλα και ακούγαμε τα βήματα που πατούσαν τα ξύλα στη γέφυρα προσπαθώντας να μαντέψουμε αν ήταν κορίτσι ή αγόρι, μικρός ή μεγάλος. Για τα μικρά παιδιά δεν ήταν και δύσκολο γιατί ήταν πάντα τρεχατό με καλτσάδες, χραπ-χρουπ… Μεγάλος αν ήταν αντρικό, γρήγορο και βαρύ το βήμα. Γυναικείο νεαρό μόλις που το ακούγαμε και πάντα φευγαλέο.  Γεροντίστικο σερνάμενο και… δώστου γέλια. Κάθε μέρα και θαρρείς μας έδεναν αόρατα δεσμά. Η Νίκη κι εγώ, εγώ και η Νίκη, το Νικάκι!

Μια μέρα κουβάλησα ένα κουτί σπίρτα, από εκείνα του Ελληνικού μονοπωλίου που έσκαγαν και αλλοίμονο που θα σ’ έπιαναν. Μαζέψαμε ξυλαράκια κάτω από το “κιμέρι” –έτσι τόλεγαν το γεφύρι οι πρόσφυγες εκ Μικράς-  έβαλα με τα σπίρτα φωτιά και αρχίσαμε τα γέλια παίζοντας με τον καπνό. Δίπλα στη γέφυρα καθόταν μια γεροντοκόρη που η αποχή της έκανε βλάβη στο κεφάλι. Έψαχνε αφορμή για να φωνάξει την αστυνομία και τόκανε, μόλις είδε τον μικρό καπνό να βγαίνει κάτω από το γεφυράκι.

“ Και ποιοι έβαλαν φωτιά;” ρώτησε ο αξιωματικός υπηρεσίας. “Δυό αλητάκια που τριγυρνάν όλη μέρα εκεί, κάτω από το κιμέρι, κύριε χωροφύλακα” Φώναξε ο Αξιωματικός έναν χωροφύλακα και μαζί με τη μεγαλοκοπέλα έφτασαν στον τόπο του «εγκλήματος» όπου η φωτιά ακόμη κάπνιζε εξ αιτίας μιας νάιλον συσκευασίας, ένα σακουλάκι απορρυπαντικό Κλήν με κέρδος τον πλαστικό Ινδιάνο ή τον Καουμπόϊ!

“Καλά, δείξε μου που μένουν τα αλητάκια και φύγε”. Η ανέραστη πήγε σπίτι της και το όργανο της τάξης στο σπίτι μου. Σκούπιζε την αυλή η κυρά-Δροσούλα  όταν είδε τον χωροφύλακα. Σταμάτησε ανήσυχη και περίμενε. “Καλημέρα κυρά μου!” “Ορίστε, τι θέλετε;”  Ψάχνω δύο άτομα που κατηγορούνται για εμπρησμό. Τα λένε Πασχάλη… και Νίκη… Ξέρετε που θα τους βρώ;” Αναθάρρησε η μάνα μου  και με τη σκούπα στο χέρι πήρε τον χωροφύλακα. “Να, αυτοί οι δυό είναι” Μέσα στις λάσπες λίγο πριν το γεφυράκι με την Νίκη είχαμε βρει την γκιόλα με το νερό που θα γινόταν η θάλασσα, ο ωκεανός να ταξιδέψουμε στα παιδικά όνειρα. “Μα αυτά είναι δύο μικρά παιδιά. Τι μου δείχνεις κυρά μου;” “Αν ζητάς αυτούς που έβαλαν τη φωτιά ορίστε, συλλάβετέ τους!”

Δε ξέρω πως είναι βρε Νικάκι εκεί κοντά στο Θεό που είσαι αλλά ξέρω πως μέσα στη μνήμη μου θα ζωντανεύεις πάντα όποτε θέλω εγώ να θυμάμαι τα μικρά μικρά παιδικά μας χρόνια που ήταν φτωχά, λασπωμένα αλλά πάντα καθαρά κι αγνά. Κι εκείνο το περίεργο βουητό φρστ γραπ γρουπ της καλτσομηχανής μαζί με τη στριγλιά φωνή της κυρά Ματίνας, τα ανθοκέρασα.

φανταστική ιστορία του πασχάλη

 

Advertisements