γράφει  ο απόμαχος

sunset

-Θανάση!

Πίσω από το μικρό άνοιγμα του περιπτέρου φάνηκαν δύο πελώρια κόκκινα μουστάκια και δυό πονηρά ματάκια με γείσωμα δυό παχιά κόκκινα φρύδια, κι αυτά κρυμμένα πίσω από χοντρό κοκάλινο σκελετό με γυαλιά . Έκανε μια προσπάθεια να σκάση ένα χαμόγελο αλλά ποτέ του δεν τούβγαινε. Πάντα σοβαρός και σκεπτικός. Έξω από το περίπτερο τον είδα δυό τρείς φορές όλο κι όλο. Μέτριο ανάστημα με κόκκινα άφθονα σγουρά μαλλιά και αυστηρό ντύσιμο.

-Φίλε μου… Η φωνή του βραχνή συνοδεύτηκε από ελαφρύ βήξιμο.

– Συγχώρα με, έχω αρπάξει ένα κρυωματάκι και με τυραννάει εδώ και μέρες. Τι κάνεις;;

Μαστίχες, τσιγάρα,  χαρτομάντιλα, σοκολάτες… πέρασαν στο ενδιάμεσο χώρισμα για να εξυπηρετήσουν πελάτες. Η κουβέντα σταμάτησε, μαζί και η ροή της.

-Καπετάνιο, εδώ είσαι; Έτσι συνήθιζε να με φωνάζει. Έσκυψε λίγο παραπάνω για να κάνει διόπτευση του χώρου.

Από το περίπτερο δεν έβγαινε παρά μονάχα όταν ερχόταν η δίδυμη αδελφή του, η Μαρίκα. Έμπαινε αυτή στο κλουβί και έβγαινε αυτός σαν της Νταρνάκενας το μοιρολόι “σαν μπαίνει ο ήλιος βγες εσύ, κι οι δυό δεν σας χωράει το μαγαζί!” Ύστερα έσκυβε το κεφάλι και η συζήτηση γινόταν με μαντέματα και χειρονομίες.

-Να, ξέρεις… καλά εσύ τόπες αλλά εγώ… Δεν μπορώ άλλο ρε φίλε, με πνίγει η στεριά! Δες…

Το βλέμμα κατέβαινε οξύ, αργό, κατευθείαν απ’ την Καμάρα και τη Γούναρη, στον ήρεμο Θερμαϊκό που τρίβονταν ερωτικά στην προβλήτα. Γυάλιζε απ’ τον ήλιο και το μεθυστικό άρωμα της θηλυκής Θεσσαλονίκης. Κάποιο σφύριγμα από κάποια ταξιδιάρικη μπουρού έφτανε στ’ αυτιά μας για να ανεβάσουν οι δακρυϊκοί πόροι χοντρά δάκρυα στο φακιδωμένο του πρόσωπο.

– Τ’ αγόρασα τούτο το κλουβί για να μείνω στεριανός. Έριξα ρεμέτζο τη ζωή μου αλλά… όχι ρε φίλε δεν μπορώ. Έφαγα τα νιάτα μου στην κουβέρτα λοστρόμος. Έσκαψαν τα μούτρα μου αλμυρά κύματα, νότισαν το μεδούλι μου θαλασσινές κουβέντες, όρισα σαν σκυλί τα όριά μου, έδωσα δύναμη και κουράγιο σε τζόβανα και λιποψυχισμένους σαν ανταριάζονταν η αγαπημένη. Αλλά αυτή, ποτέ μου δεν την ξεπέρασα. Με σημάδεψε βαθιά, την αγαπώ. Σχώρα με Μαρίκα. Γειά σου φίλε, δεν θα με ξαναδείς, εκεί είναι ο τζαρές μου και πάω τον βρω!.

Έφυγε, μπάρκαρε αυτό που ήταν , λοστρόμος σε ένα μινεράλι για τη Νέα Γη. Δεν τον ξανάδα, μήτε η αδελφή του. Κάπου σε κάποιο ντόκο μια μπούμα τον παρέσυρε και πάει. Δεν τον ξανάδε μάτι, τον λοστρόμο τον Θανάση με τα κόκκινα μουστάκια και τα χοντρά γυαλιά. Χαμένος στο νησί της Κίρκης κάπου εκεί στη μέση του πουθενά. Ψυχάρα θαλασσινή!

πασχαλης

Advertisements