Ετικέτες

,


γραφει ο απόμαχος

winterΔεν το προλαβαίνουμε… από Παρασκευή σε Παρασκευή πάμε. Πότε περνάει η εβδομάδα δεν παίρνουμε χαμπάρι. Ή που περνάμε καλά ή που κρατάμε την ανάσα μας για την επόμενη… πληρωμή. Νάτο, είδες; Από δω έρχεται από κει πάει πάλι στο διά ταύτα. Το χρήμα, l’argent, el dinero, money … παράς που λέμε. Κι άσε τον Stephen Hawking να λέει πως αυτό θα τελειώσει την ανθρωπότητα. Μπα, μη φοβάστε έχει και αφεντικό, τον ίδιο τον διάολο στο σιχαμερό πρόσωπο του Μαμωνά. Μάλιστα ο Χριστός έβαλε το Θεό απέναντι σ’ αυτόν “Ή Θεό ή Μαμωνά. Και τους δύο, δεν γίνεται”. Ηρεμήστε όμως γιατί πρόκειται για τη φιλαργυρία. Εμάς τα χρήματα μόλις και μετά βίας για τα χρειώδη. Οπότε ο παράδεισος… εξασφαλισμένος!

Μεθαύριο είναι Δευτέρα, γιορτή της Παναγίας, δεκαπενταύγουστος! Σε δυό εβδομάδες το καλοκαίρι θα παραδοθεί στην μελαγχολία του Σεπτέμβρη. Τα μελτέμια θ’ αρχίσουν να δροσίζουν και η παραθέριση θα λάβει τέλος. Μόνο κάτι αχόρταγοι θα το τραβούν μέχρι… τότε, που θ’ αρχίσει να αγριεύει ο καιρός και να δείχνει δόντια. Το χειμώνα πάντως δεν τον γλυτώνουμε, εκτός και… Εκείνο που μας καταπλακώνει είναι που θα νυχτώνει νωρίς και θα ξημερώνει αργά. Η Περσεφόνη μας αφήνει για έξη μήνες στην τύχη μας και για τη χάρη του Πλούτωνα στα ανήλιαγα παλάτια του κάτω κόσμου. Οι μήνες θα κυλίσουν με το γράμμα Ρο μέσα τους. Καιρός να πίνουμε το τσιπουράκι μας χωρίς νερό και παγάκια.

Τα γαλανά και καταπράσινα νερά της η θάλασσα θα τα βάψει με λουλάκι στο βαθυγάλαζο και τα ψάρια θα ξενερώσουν στο γιαλό.  Σα φυσάει ο Τραμοντάνας θα ξαφρίζει το κύμα και αλμυρό το αεράκι θα νοτίζει αμπέλια και δέντρα. Μαβιά τα σύννεφα θα κουβαλούν ακούραστα γλυκό νερό να γεμίσουν τους ταμιευτήρες για το καλοκαίρι. Κι όταν γυρίζει ο αέρας και πιάνει ο νοτιάς θα μαλακώνει η παγωνιά πάνω απ’ το Αιγαίο μέχρι τις πλαγιές του Αίμου και του Μπέλες φέρνοντας αρχαίους ψίθυρους και μύθους Θεϊκούς στις εσχατιές της ζωντανής Ελλάδας μας.

Μόλις που ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα κι ο χρόνος πέρασε. Γοργά περνάει η ζωή και δεν την προλαβαίνουμε. Τρέχουμε ξοπίσω της να διορθώσουμε τα λάθη που την έχτισαν. Όμως τι να διορθώσεις από όλα αυτά που χτίστηκαν πάνω στου Μαμωνά τα καμώματα. Αφήσαμε την αγάπη να τρέχει μόνη της χωρίς σωστές επιλογές και ξοδέψαμε την τρυφερότητά μας πάνω στα μικροσυμφέροντα της ανοησίας μας. Έτσι τη χτίσαμε, και τώρα… πώς να την προλάβεις και τι να διορθώσεις. Δεν ζητάει γερά πόδια και δυνατά στήθια. Θέλει μεγαλοσύνη, τόλμη και αρετή. Πως όμως να τα κατανοήσεις όταν τα υλικά στήνονταν με λάθος τρόπο.

Έτσι κατανόησα κι εγώ του μπάρμπα-Γιάννη, του πατέρα μου, το χαμόγελο σαν έφευγε εκείνο το ζεστό πρωϊνό του Ιούλη απ’ τη ζωή. Και ήταν το τελευταίο και μεγαλύτερο μάθημα απ’ τα ξεψυχισμένα χείλη “Ό γέγονε, γέγονε!”.

πασχάλης

Advertisements