Ετικέτες

,


γραφει ο απομαχος

oldwomanΛεπτή μικροκαμωμένη κοντά στα ογδόντα. Ντροπαλά μου ζητάει να με προσπεράσει στην ουρά για να βρεθεί μπροστά στην ταμία του super market. Κάτασπρα μαλλιά και δυό στρόγγυλα  με συρμάτινο σκελετό γυαλιά πάνω στο χαρακωμένο από τα χρόνια πρόσωπο. Ζητάει συγνώμη από την κοπέλα στο ταμείο και αφού κάνει το σταυρό της λέει “Εγώ ψέματα κοπέλα μου δεν έχω πει ποτέ μου” Γύρισε το μαύρο πορτοφολάκι της πάνω στον πάγκο αδειάζοντας όλο το περιεχόμενο, ένα πεντάευρο και δυό τρία ευρώ σε κέρματα ψιλά.

-Σ’ ορκίζομαι. Σου έδωσα είκοσι ευρώ και συ μου γύρισες ρέστα πέντε ευρώ αντί για δέκα. Να δες, λέω την αλήθεια!

Πιάνει η κοπέλα το πεντάευρο που εν τω μεταξύ είχε γίνει σαν λουκάνικο και το ξετυλίγει για να φανεί ότι ήταν δύο κολλημένα και φαινόταν σαν ένα. Ήρθε το όποιο χρώμα είχε χαθεί στο πρόσωπο της γριάς

-Αχ νάσαι καλά βρε κορίτσι μου, σε λίγη ώρα χώνεψα αυτό που έφαγα. Ξέρεις τι είναι για μένα τα πέντε ευρώ;

Προχωρήσαμε μαζί προς την έξοδο. “Για όλους μας έχει αξία αυτό το πεντάευρο”  τόλμησα να της πω. Έριξε δειλά το κεφάλι κάτω και σαν απολογία μου λέει

-Για μένα και τον άντρα μου δυό μέρες φαγητό. Αυτή είναι η αξία ενός πεντάευρου. Δυόμιση ευρώ την μέρα από τα μέσα του μήνα και μέχρι να πληρωθούμε. Νάναι καλά αυτοί που έκοψαν τη σύνταξη από εμάς και το όνειρο από το παιδί μου. Γίνεται νάχεις εσύ και να μην έχει η οικογένεια του παιδιού σου;

Έβαλα το χέρι στη τσέπη μου και έπιασα ένα εικοσάρικο που τόχα για βενζίνα. Προσπάθησα να το περάσω στο χέρι της. Μούκλεισε την παλάμη κοιτώντας με ίσια με τα καθαρά γαλανά της ματάκια κρυμμένα πίσω από δύο πατομπούκαλα. “Είμαι παραπονιάρα κύριε… όχι ζητιάνα. Ξέρω το κάνεις αυθόρμητα μέσα από την καρδιά σου αλλά… σ’ ευχαριστώ!”

Μ’ έκανε να κοκκινίσω. Την κοίταζα που περπατούσε με σταθερό και γρήγορο βήμα μέχρι που χάθηκε στη γωνία παρέα με την περηφάνια της και τη σακούλα της.

 

 

Advertisements