Ετικέτες

, ,


γραφει ο απομαχος (πρώην αρίσταρχος)

cartoonΈχτισα τη φυλακή μου σε τέσσερις τοίχους και καμιά δεκαριά παράθυρα μονωμένα με γυαλί. Μια μπανιέρα σφραγισμένη χωρίς παράθυρο και μια κρεβατοκάμαρα που μου υποσχέθηκε πως θα κρατάει όλα μου τα μυστικά. Το σαλονάκι ούτε που με νοιάζει. Όμως πάντα ονειρευόμουνα  μια βεράντα, κι ας ήτανε κλειστή και απομονωμένη κάτι σαν μπαλκόνι απέναντι από τη χοντρή κουτσομπόλα που αγόρασε και κιάλια για να με παρακολουθεί από κοντά. Σιγά και μη φοβηθώ. Της το υποσχέθηκα να τόχει σαν χλαπάτσα στην αγριομουτσουνάρα της την τρελαμένη.

Μούκανε φίλος στα γενέθλια δώρο το βιβλίο του ονειροπαρμένου του Philip Dick. Το τρελαμένο Ubik Από τότε που το διάβασα ψάχνω να βρω τις αλήθειες και τα ψέματα στους δρόμους του μέλλοντος. Σάμπως δεν χρωστώ; Σάμπως μένω ποτέ με χρήματα στην τσέπη μου διαθέσιμα για τον κάθε αιτούντα νουνεχή; Καλέ δεν το πιστεύω, σήμερα με πήρε τηλέφωνο  κάποιος εξ ανάγκης, θέλω να πιστεύω, και μου είπε στο τηλέφωνο με ύφος σαράντα καρδιναλίων “Μα τι, τέλος πάντων, δεν μπορείτε να δώσετε δυό εικοσάρικα για μια οριστική διευθέτηση του προβλήματός σας; ” Αχ δεν μπορώ, με πιάνουν τα γέλια. Στο φανάρι εκεί στη διασταύρωση Ανακουφίσεως και Αποδημίας  περιφερόταν κάποιος πάνω σε αναπηρικό καρότσι χωρίς πόδια και χέρια με ένα κύπελλο στο στόμα και μάτια γεμάτα παρακαλετό ψάχνοντας για πονετική ψυχή που θα τον ελεήσει με ένα (θαύμα!) ευρώ! Πιο δίπλα ένα εικοσοπεντάχρονο αλλοδαπό με μια νταμπέλα σαν το ξυπόλητο τάγμα “Πεινάω”, έτσι ασυναίρετο! Κι απ’ την απέναντι ένας έκανε τον βιρτουόζο με τόνα χέρι, το άλλο δεν υπήρχε.

Ρε γαμώτο γιατί πονώ όμως, γιατί δε βλέπω… Άσε, σήμερα το πρωί στο χάραμα, τρελάθηκα, σηκώθηκα και άρχισα να σκουπίζω μπροστά μου το πεζοδρόμιο. Ύστερα έφτασα στην ελιά. Κοίταξα τα σφαιρίδιά της, έτσι φαντάζουν οι μελλοντικές ελιές σήμερα, χωρίς αρρώστια και βολεμένες πάνω στο κούρεμα που τις έκανα. Ναι ρε, να μα την Παναγία, δεν φυσούσε. Της είπα καλημέρα, και κείνη κούνησε από ολόκληρο δέντρο μόνο το κλωναράκι της μπροστά στα μούτρα μου. Σιγά μωρέ ξεμπρόστιαγμα και σε πιστέψαμε. Μιλάς τώρα και με τα δέντρα;

Ωρέ φρύγανα, εδώ πιστέψατε  ένα μειράκιον και το ψηφίσατε και όπως πάντα ζητάτε χατζάρι να κόψετε το θρασύ χέρι που έριξε τη ψήφο. Εγώ τι είπα; Το πολύ πολύ να τάχω παίξει. Έ και; Ο πρώτος ή ο τελευταίος θάμαι; Περιμένετε και σε λίγο θα χορεύουμε όλοι μαζί τη Ιτιά τη λουλουδιασμένη πούχει την καρδιά καμένη!

Τέλος πάντων, δε ξέρω τι λέτε εσείς αλλά εγώ δήλωσα ταξιδιώτης για τον Άρη και οσονούπω την κάνω. Απλά ήθελα να πω πως βαρέθηκα… την ανεργία, τις μειώσεις, τον Τσίπρα, τον Κούλη, τον δράκουλα, το Φωφάκι και τάλλα παιδιά. Τη λέξη μνημόνιο την ξεπέταξα απ’ το λεξιλόγιό μου και τα περί τρόϊκας και θεσμών(μπρρρρ) φωτιά στα μπατζάκια μας. Μια βουνοκορφή, μια σούβλα, μια ιτιά και έναν αετό… ά ναί, και μια Γκόλφω.  Και άσε τον ποιητή Φανφάρα να φωνάζει “άσπρα κοράκια, μαύρα κοράκια…”

Advertisements