Ετικέτες

,


γραφει ο απόμαχος

Jumanji! Το παιδικό επιτραπέζιο παιχνίδι που μόλις τ’ άνοιγες ζωντάνευαν τα πάντα.

jumanji

Η ρητή απαγόρευση του αφεντικού να μη ανεβώ ποτέ στο πατάρι υπήρξε η θρυαλλίδα για να πάρει φωτιά το αρχέγονο ακόμα από την εποχή του Αδάμ και της Εύας ένστικτο που λέγεται περιέργεια. Κρυμμένο πολύ καλά περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Κι αυτή ήρθε όταν το αφεντικό έφυγε πρωί πρωί για δουλειές με την υπόσχεση να μην επιστρέψει πριν από το μεσημέρι.

Το επιπλάδικο σχετικά μικρό, με μια κορδέλα και μια πλάνη στην όλη επίπλωση. Τα υπόλοιπα γινόντουσαν με το χέρι. Είχε και ένα μικρό πατάρι, ο απαγορευμένος καρπός, πνιγμένο στις σκόνες και τις αράχνες. Με την απαγόρευση μπήκε σα διάολος στο δεκάχρονο μυαλό μου και είχε καταντήσει έμμονη ιδέα. Μια μέρα, ονειρευόμουνα, πως θα το κατακτούσα σαν νέος Ελ Σίντ! Κι αυτή η μέρα δεν άργησε να ρθει.  Σήμερα λοιπόν η ευκαιρία ήταν μοναδική.  Κι αφού η ώρα ήταν δέκα το πρωί είχα μπροστά μου τουλάχιστον ένα τρίωρο για τη μεγάλη εξερεύνηση πάνω στο τρία επί τρία απρόσιτο πατάρι.

Τα παιδικά δεκάχρονα μυαλά δουλεύουν  απλά, πανέξυπνα και μεθοδικά αλλά πάντα σκοντάφτουν σε μια μεγάλη λεπτομέρεια, η αδυναμία του “συστήματος” που λέγεται αστάθμητος παράγων. Δεν μπορούν να τον υπολογίσουν λόγω έλλειψης πείρας.  Υπολόγισα λοιπόν τα πάντα εκτός από αυτό. Ένιωσα εκρηκτική την έξαψη να μου κοκκινίζει το πρόσωπο. Άρχισα να αναρριχώμαι στη ξύλινη σκάλα που οδηγούσε πάνω στο κάστρο που λεγόταν πατάρι!

Όχι, μη φαντάζεστε τριξίματα σκαλοπατιών και τέτοια περίεργα γιατί θα το πάμε στα μεταφυσικά και θα χάσει το κύρος της η εξιστόρηση.  Απλά ανέβηκα τα εννέα σκαλοπάτια, τα μέτρησα με επιμονή, κοιτώντας πάντα προς την είσοδο. Βρέθηκα πάνω σε ένα σκονισμένο τοπίο με στοιβαγμένες πολυθρόνες, τραπεζάκια και μικροέπιπλα. Τίποτα το ιδιαίτερο. Όμως…

mindtrap-jumanji-10Η περιέργεια δεν δεχόταν μια απλή απλούστατη εξήγηση για την απαγόρευση. Κάτι θα υπάρχει, δεν μπορεί. Τράβηξα με προσοχή κάτι ξύλινα πόδια από τραπέζι  με σκαλισμένες λεοντοκεφαλές. Ύστερα έναν οβάλ ταμπλά καπλαντισμένο με σχέδια και αυτός γεμάτο σκόνη. Προφανώς το πάνω μέρος του τραπεζιού. Πίσω του καλά κρυμμένη μια μακρόστενη δερμάτινη θήκη. Γοργοχτύπησε η καρδιά μου. Είχα φτάσει τόσο γρήγορα στον απαγορευμένο καρπό; Φύσηξα δυνατά κάθε μόριο σκόνης και απελευθέρωσα τους τρεις ιμάντες που κλείδωναν τη θήκη. Μέσα κρυβότανε καλά ένα… καλογυαλισμένο και με τεντωμένες χορδές μαντολίνο. Πάνω από τον πρώτο καβαλάρη στη ταστιέρα σφηνωμένη ανάμεσα στις χορδές Ρε-Λα και Μι μια κόκκινη πέννα. Κόκκινη σαν το μήλο του δέντρου της γνώσης. Η αμαρτία και ο απαγορευμένος καρπός που λέγαμε. Δεν ξέρω ούτε ποτέ μου έμαθα τι κρυβόταν εκεί  σ’ αυτό το πατάρι όμως αυτό που βρήκα μου έφτανε σαν καρπός “αμαρτίας”.

Το πήρα στα χέρια μου με ευλάβεια, σαν εικόνισμα, και ένιωσα μέσα μου να τραντάζομαι από νότες μαντολινάτας. Πέρασα την πέννα ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη και  ακούμπησα το ηχείο πάνω στην κοιλιά μου. Χάιδεψα απαλά τις χορδές και… σολ-ρε-λα-μι , γέμισε το επιπλάδικο μεταλλικές νότες. Ζωντάνευε ξαφνικά to Jumanji και ολόκληρη η μαντολινάτα του μουσικοθεάτρου Ορφέα μαζί με μαντόλες και μανολτσέντα και κιθάρες και κει στη μέση όρθιος ο αρχιμουσικός μου με κλειστά τα μάτια και την μπαγκέτα στο χέρι να διευθύνει όργανα και χορωδία. Γέμισε μαγεία και κρινολίνα η ατμόσφαιρα, γέμισε ομορφιά. Χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου κι αφουγκράζονταν τις νότες που ξεχύνονταν σε όλο το επιπλάδικο καθώς η πέννα χτυπούσε όλο και πιο δυνατά τις χορδές.

Ο οίστρος με είχε συνεπάρει καθώς η χορωδία συντεταγμένη τώρα πια τραγουδούσε δυνατά. “Απόψε την κιθάρα μου την στόλισα κορδέλες και στα καντούνια περπατώ για τσ’ όμορφες κοπέλες…” Πρώτη φορά έβαζαν τα δάχτυλά μου κάποιο όργανο να παίξει, έστω και παράφωνα. Κι αυτό μούφερνε έξαψη, λαχτάρα.  Ήμουν μόνο δέκα χρονών! Η ηλικία που μαθαίνεται η μουσική. Χαμένος στο μουσικό μου παιχνίδι μέσα στους δαιδάλους του ακουστικού κοχλία και του μυαλού μου είχα αποκοπεί πλήρως από την πραγματικότητα. Όμως…

Η κλωτσιά διέκοψε απότομα το μουσικό Jumanji και με έστειλε να καρφωθώ με το κεφάλι σε μια πολυθρόνα. Ένιωσα ταπεινωμένος σαν πληγωμένο ζώο. Σηκώθηκα και έκανα να φύγω, να χαθώ. Να μη ξαναπατήσω στο επιπλάδικο . Ο Βάρβαρος μαντολινοεπιπλάς με κοίταξε περίεργα και σα να μετάνιωσε για τη χοντροκοπιά του μου ζήτησε συγνώμη. Μ’ έπιασε μαλακά από το χέρι και μου μίλησε αυτή τη φορά ήρεμα.

-Σ’ αρέσει το μαντολίνο;

Έγνεψα ναι με το κεφάλι.

–Τότε, θα πας στο Ωδείο και θα ζητήσεις το μαέστρο. Θα του πεις ότι σε στέλνω εγώ ο επιπλάς, να σου το μάθει να παίζεις.

Καλοσυνάτος με ψαρά μαλλιά, λεπτός μετρίου αναστήματος και με ένα ζεστό χαμόγελο που σε κέρδιζε με το πρώτο. Μόλις με είδε με θυμήθηκε. “Εσύ πάλι εδώ; Τι θέλεις τώρα;” Τον κοίταξα κάπως δειλά. “Μ’ έστειλε ο κύριος επιπλάς. Είπε να μου μάθεις μαντολίνο και θα μου δίνει αυτός το δικό του να παίζω” Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω αδιάφορα και είπε

– Να πας να του πεις να σε μάθει αυτός. Αυτός γιατί δε σε μαθαίνει; Ξέρει να παίζει πολύ ωραία. Αλλά έμαθαν όλοι. Πάνε στο Μαέστρο. Άντε πάρε δρόμο τώρα και μη ξανάρθεις εδώ στο Ωδείο. ” Έτσι και έφυγα, με το κεφάλι κατεβασμένο και δε ματαγύρισα παρά σαν “ηθοποιός” σε μια σχολική Χριστουγεννιάτικη θεατρική παράσταση χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Ήταν η τρίτη φορά που πήγαινα στο “σπίτι” του, το Ωδείο ΟΡΦΕΑΣ. Η πρώτη συνέβη πριν τρεις μήνες όταν άκουσα να μιλούν γι αυτόν. Πήγα θαρρετά και του ζήτησα να μου μάθει κιθάρα. Αντέδρασε κάπως έντονα και απότομα. “έχεις κιθάρα;” με ρώτησε.  “Όχι” απάντησα και κει έληξε η συζήτηση. Η δεύτερη φορά ήταν ακριβώς μια εβδομάδα μετά. Πήγα και του ζήτησα να μου μάθει να παίζω πιάνο, μια και διέθετε τέτοιο το Ωδείο. Έφυγα και αυτή τη φορά απογοητευμένος γιατί, όπως μου ξεκαθαρίστηκε, η αιτία ήταν το πενιχρό μου έως ανύπαρκτο βαλάντιο το οποίο  λειτουργούσε αποτρεπτικά για οτιδήποτε εκτός δημόσιας εκπαίδευσης.

Τα χρόνια πέρασαν το ένα μετά το άλλο. Η μουσική ηλικία είναι τα πέντε μέχρι δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου. Αν δεν τη μάθεις τότε, σ’ αυτά τα χρόνια, μετά είναι δύσκολο. Έρχεται η εφηβεία και σου επιβάλλει τα δικά της παιχνίδια με κίνητρο τις ορμόνες που σου θολώνουν το μυαλό  και η ταχυπαλμία απέχει από το θηλυκό ή το αρσενικό μόλις μια ανάσα. Και που χώρος για όργανα και σολφέζ. Έτσι, αισίως πέρασα στη τετάρτη τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου.

Ψηλός με ψαρά μαλλιά και συμπαθητικό πρόσωπο και πάντα με το ίδιο ανοιχτό γκρι-μπλε κουστούμι. Κρατούσε πάντα στο δεξί του χέρι ένα διαπασών του σολ δείγμα απόδειξη πως ήταν μαέστρος. Μας έκανε τρεις ώρες τη βδομάδα μουσικά. Από τα δέκα στα δεκαέξη χρόνια μεσολαβεί μια περίοδος μεταμόρφωσης που, όπως λένε οι επιστήμονες, είναι μετά τη γέννα το δεύτερο μεγάλο θαύμα στη ζωή.  Ο Μαέστρος όσο και να ξεσκόνιζε την μνήμη του θάταν αδύνατο να διακρίνει τον δεκάχρονο μπόμπιρα που τον “ενόχλησε” τρεις φορές για να του μάθει όργανο και κείνος του αρνήθηκε και τις τρεις!. Τη μια κιθάρα, την άλλη πιάνο και τέλος το επεισοδιακό μαντολίνο. Τώρα μπροστά του στεκόταν ένας νέος με βραχνή φωνή που γρατσουνούσε και σπυράκια της ακμής στο ανοιχτό του πρόσωπο. Με μπόι μεγάλο και μυρουδιά… αντρούς, που λέει κι ο Καζαντζάκης.

Μάζευε καλλίφωνους ο μαέστρος για να φτιάξει την χορωδία του σχολίου με βοήθεια το διαπασών. Το χτυπούσε στο θρανίο και έπιανε τον ήχο του σολ. Ύστερα κολλούσε το αφτί του στο στόμα σου και πάσχιζε να ξεχωρίσει το ταλέντο σου. Έπαιρνε στη σειρά τα θρανία και κάποτε έφτανε σε μένα. Τότε, σταματούσα το τραγούδι και σφράγιζα πεισματικά τα χείλια. Τσατίζοντας αυτός και χτυπούσε με δύναμη δυό και τρεις φορές το διαπασών πάνω στο θρανίο φωνάζοντας “τραγούδα, γιατί δεν τραγουδάς”.

Τα ίδια ακριβώς σε κάθε μάθημα μουσικών που μας έκανε. Μια μέρα δεν έσκυψε καν να με ακούσει. Μου είπε ήρεμα “Στο τέλος του μαθήματος θέλω να με περιμένεις”. Άδειασε η αίθουσα και μείναμε οι δυό μας. Με κοίταζε με τα γαλάζια του μάτια αρκετή ώρα βουβός. Κάποια στιγμή πήρε βαθιά ανάσα και είπε.

-Σε ξέρω από πουθενά; Κάτι μου θυμίζεις αλλά μου είναι δύσκολο να σε φέρω στο μυαλό μου. Και για νάχουμε καλό ρώτημα, γιατί μόλις σκύβω επάνω σου σταματάς το τραγούδι;

Κοίταζα δεξιά αριστερά ενοχλημένος χωρίς να απαντώ. Αυτός συνέχισε στο ίδιο μοτίβο.

-Σε ρωτώ για τελευταία φορά να μου πεις πριν πάμε στον Γυμνασιάρχη. Γιατί δεν τραγουδάς.

Ήθελα να φύγω όσο τίποτε άλλο. Όχι για μένα που η απειλή του δεν μ’ άγγιξε στο ελάχιστο αλλά για τον ίδιο. Καλός ήταν και φιλότιμος και ήξερα πως θα τον πλήγωνα. Και αυτό έκανα, τον πλήγωσα πολύ. Ποιος είπε πως τα παιδιά είναι πονετικά. Το περίφημο bulling γίνεται μονάχα στις μικρές ηλικίες από τα διαολάκια. Μεγάλος μαθαίνεις να συμπονάς και να προστατεύεις αδύνατους χαρακτήρες.

-Με ξέρετε πολύ καλά κύριε… Δεν με θυμάστε. Ήρθα πριν πολλά χρόνια στον ΟΡΦΕΑ να μου μάθετε να παίζω όργανο. Τρεις φορές! Την τελευταία φορά με είχε στείλει ο κύριος επιπλάς με το μαντολίνο. Και σεις μου το αρνηθήκατε γιατί απλά δεν είχα λεφτά. Ήμουν ένα φτωχό παιδί. Για τα άλλα παιδιά δεν είχατε κανένα πρόβλημα. Τα είπα όλα γρήγορα γρήγορα με έξαψη και πάθος.

Ήθελα να δω την αντίδρασή του και ύστερα να μπορούσα να πετάξω σαν πουλί στο σπίτι.

Κούνησε το δάχτυλο μαζεύοντας στο μέτωπό του ρυτίδες και σύννεφα. “Όχι, όχι! Δεν είναι αλήθεια. Όμως αλήθεια,  δε μου λες ψέματα” Άρχισε να ιδρώνει, τάχασε. Τη μια έψαχνε για το μαντήλι του και την άλλη προσπαθούσε να ξεσφίξει τον κόμπο της γραβάτας.

-Είστε καλά;

-Ναι, ναι. Κι όμως εγώ τόκανα. Πως μπόρεσα; Σα να μονολογούσε.

Μούπιασε το χέρι και τόβαλε στο ιδρωμένο του μέτωπό. Ύστερα με βουρκωμένα μάτια είπε.

-Θα με συγχωρέσεις ποτέ;

Τα χρόνια πέρασαν σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό στην κάψα του καλοκαιριού. Ο μαέστρος έφυγε για τη χώρα των ασφοδέλων κι εγώ μεγάλωσα και σίτεψα. Ποτέ μου δεν του κράτησα κακία. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος που ασφαλώς θα είχε τους λόγους του για ότι έγινε . Όμως εγώ τον τιμώρησα, τον πόνεσα. Έτσι είναι τα παιδιά. Δρουν με οδηγό το ένστικτο πριν ακόμα μπουν στη ζωή τους κανόνες και νόμοι που θα περιορίσουν σημαντικά την πανελευθερία που απολαμβάνουν στην παιδική τους ζωή.

Δεν έγινα ποτέ ο μουσικός που θάθελα. Έμαθα όμως μόνος να συνοδεύω τα τραγούδια μου με μια κιθαρίτσα τριών τετάρτων, φτηνιάρικη. Που όμως τα ντύνω με τόσο συναίσθημα ώστε η μουσική της να μετουσιώνεται σε ψυχική ανάταση και ευχαρίστηση. Έτσι, ζωντανεύει το Jumanji  πίσω από τα μισόκλειστα βλέφαρα και η ψυχή πετάει στο μαγικό της κόσμο για ν’ ανασάνει το κουρασμένο κορμί από κόπους και βάσανα.

Advertisements