Ετικέτες


γραφει ο απομαχος (aristarhos)

καναρινιΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα καναρίνι, ο Βίδας  Καραβίδας. Ξαδερφάκι με τον Τουίτερ, τον αρσενικό –ο τουίτερ!!!-(καμιά σχέση με το γνωστό μας Tweeter ή το αντίστοιχο facebook όπου παίζουν τις κουμπάρες μεταξύ τους οι βαριεστημένοι).Τώρα, έτσι που ακούγεται κατά γενική παραδοχή, φαίνεται το καναρίνι νάναι ουδετέρου γένους. Όμως, λάθος! Υπάρχει κανάρα και κάναρος. Πως στην ευχή έγινε ουδετέρου γένους ο “πυρακτωμένος” (πυρωμένος κατά τους πουλιατζήδες) κάναρος… άγνωσται αι πηγαί…

Κελαηδούσε, χοροπηδούσε και έκανε ότι τέλος πάντων κάνει ένα υπεύθυνο καναρίνι που γνωρίζει το λόγο που το αφεντικό του πλήρωσε 30ευρώ για να το αποκτήσει. Κι αν καμιά φορά το άφηνες χωρίς νερό ή τροφή έδειχνε κάποια περίεργη κατανόηση γιατί… κι ας λέει η παροιμία πως το νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, το νηστικό καναρίνι κελαηδεί για να σου πει πως αν δε το ταϊσεις και το ποτίσεις παραδίδει πνεύμα. Όμως αυτό, ο Βίδας Καραβίδας, και νηστικό κελαηδούσε την πείνα του, και διψασμένο έψαλε την πενία του.

Κάθε βράδυ το έβαζες μέσα στην ασφάλεια και την θαλπωρή και τούριχνες και μια πετσέτα πάνω στο κλουβί για να το βοηθήσεις να κοιμηθεί. Ξέρετε πως είναι αυτό, βάζει το κεφαλάκι του κάτω από την φτερούγα και κοιμάται σαν Ινδιάνος. Ξυπνάει με την ανάσα σου και τραγουδάει με την πρώτη ακτίνα που θα παρεισφρήσει στο βασίλειό του.

Τσιρ τσιρ, τσουρ τσουρ και δώστου μαγικά γυρίσματα και ανεβοκατεβάσματα και allegro και andante. Ένας τενόρος κολορατούρα με μουσικές εκτάσεις απίστευτες. Άξιος κατά φαχ για εκτέλεση και δραματική κολορατούρα στον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Τσαφτσαλής, με τ’ όνομα! Πλασματάκι με μια σταλίτσα και ισχνά ποδαράκια και γενικά όλο του το σύστημα που σε κάνει να απορείς πόθεν βγαίνει τόσο δυνατή και γλυκιά φωνούλα.

Υπάρχουν στον αντίποδα κάτι μαύρα πουλιά μεγάλα με μακρύ ράμφος και μαύρη ψυχή. Και το “κελάηδημά τους” –κρά! Καρακάξες. Δε κελαηδούν, δεν τρώγονται, είναι εντελώς άχρηστα. Κι όμως θεωρούνται προστατευόμενο είδος. Άμα σου χέσουν το παρμπρίζ είναι σαν να σου έσταξαν μια κουταλιά υδροχλωρικό οξύ. Καρακάξες και κάργες(κοινώς καλιακούδες), ότι πιο χαζόπουλο υπάρχει στο μεϊντάνι, μετά τη δεκαοχτούρα που είναι μαζί με την γαλοπούλα και την κότα τα πιο ηλίθια πτηνά της υφηλίου.

Εκείνο το πρωινό ο Βίδας Καραβίδας σηκώθηκε με πολύ όρεξη. Από το πρώτο σχάσιμο της μέρας άρχισε πίσω από τα σκοτεινά του δώματα να πιάνει υψηλές οκτάβες και πρωτόγνωρες άριες. Από το χρώμα τους καταλάβαινες τη μετάφραση.

“Άντε ξημέρωσε, ξυπνήστε και χαρείτε

Σα χάδι η ανάσα του Θεού περνά

Μη με κρατάτε άλλο σκοτεινά

Ανέβηκε κι η Περσεφόνη και έρχεται στη γη

Κι αφήνει Αφροδίτη κι Άδωνη στου έρωτα το στρώμα

Για να χαρεί στην αγκαλιά της Δήμητρας, της μάνας τη στοργή

Και μόνο που το σκέφτηκες εσύ δεν άντεξες. Με την τσίμπλα στο μάτι και τις πιζάμες το άρπαξες και το κρέμασες έξω στη δροσιά, στο μπαλκόνι, στο καθημερινό του στέκι.

Άνοιξαν οι ουρανοί από τις γλυκύτατες νότες που γέμιζαν τον αέρα. Σούκανε να ανασύρεις από το εθιμικό σου εκείνο το όμορφο ποιηματάκι/τραγουδάκι… να δεις πως τόλεγαν… Ά ναι, ήταν για Σπίνο όμως, όχι για καναρίνι. Τι σημασία έχει, σάμπως να υπάρχει διαφορά;

Σε φουντωμένο δέντρου κλωνάρι

Κάθεται σπίνος και κελαηδεί

Τόση ακούει τέρψη και χάρη…

Ξαφνικά το τραγούδι κόπηκε στη μέση. Τα πουλιά σώπασαν. Η φύση τέντωσε τους οσφρητικούς και η στιγμή έμοιαζε με μια τρύπα όπου όλα βυθίστηκαν και χάνονταν σε μια ατέρμονα σπείρα που γυρνούσε στο χάος. Μια πνιχτή ανεπαίσθητη  φωνούλα, ούτε που ακούστηκε. Σαν μαύρος εκτελεστής με απόφαση της Σαρίας  στο χέρι του σήκωσε το γυριστό μακρύ χατζάρι. Στη στιγμή, λίγα κίτρινα πούπουλα ξέμειναν στο βασίλειο. Ύστερα νεκρική σιωπή  που έσπασε από ένα θούριο δυνατό “Κρα!”

Θύμωσες πολύ. Βάλθηκες να κοιτάς μια ντουζίνα από αυτά τα νεκροπούλια που έκραζαν και κατάχεζαν τον τόπο. Από το μυαλό σου πέρασαν σε παρέλαση όλες οι κακές σκέψεις. Ηρέμησες μονάχα όταν συνειδητοποίησες πως η φύση απλά έκανε τη δουλειά της. Έτσι είναι η ζωή!

Σημ. Στα εγγονάκια μου

Advertisements