Ετικέτες

,


γραφει ο απομαχος

hsc30

Τι μούρθε τώρα στο μυαλό. Έτσι χωρίς τίποτα να με ξύσει. Μια φωτογραφία, ας πούμε, κάποιο ενθύμημα. Έτσι απλά σαν μεταβίβαση σκέψης θάλεγα. Είναι κι αυτά τα ψυχοσάββατα που σούρχεται να σηκωθεί η τρίχα. Ιστορίες grand guignol. Μάλλον, όχι τι μούρθε αλλά ποιος. Πρόσωπο φαρδύ, θάλεγα πλαδαρό, μάτια πονηρά λαμπερά που δεν τους ξέφευγε τίποτα. Μαλλιά λίγα, χτενισμένα πίσω και κολλημένα στο καύκαλο. Εγώ τουλάχιστον τον θυμάμαι όσα χρόνια συνεργαστήκαμε να κυκλοφορεί με γκρί κουστούμι. Τεχνίτης δυνατός με καλή γνώση του αντικειμένου του που ήταν οι γερανοί. Ο Θεοδόσης ο Σκάντζακας!

Καρφωνόταν απέναντι σου με πονηρό μισοχαμόγελο, πολύ άνετος. Όσες φορές συναντιόμασταν μου θύμιζε μια ιστορία από το λιμάνι που δούλευε κάποτε. Έλεγε, πως από μεταφορά σε μεταφορά στα βιβλία της αποθήκης το Χειροκίνητο βιντς είχε γίνει Βυζί χειροκίνητο. Γελούσε καλόκαρδα και έβγαζε δυό σειρές μικρά δόντια. Ύστερα ξαφνικά αλλοιώνονταν η φωνή του και γινόταν περίεργα ψιλή. Έτσι τον θυμάμαι εγώ.

Το βασίλειό του ήταν στρωμένο πίσω από το παλιό Unitemper Mill πριν από την είσοδο της Tinning Line. Μεγάλη αποθήκη με εργαστήριο και γραφείο ψηλά στη γωνιά σαν τη φωλιά του κούκου. Το μαγαζί ήταν γεμάτο κρυψώνες στα υπόγεια του Temper Mill από κάτω του. Είχε και μια στριφογυριστή είσοδο απ’ τη μεριά του Temper που σου ήταν αδύνατο να τη βρεις εκτός και σε οδηγούσαν εκεί.

Άραξε ο Θεοδόσης σε δυό καρέκλες και άπλωσε και τις χερούκλες του. Ύστερα άρχισε να διηγείται. Μαζευτήκαμε λοιπόν όλα τα φιλαράκια εκεί σε στενό και ανήλιαγο  εργαστηριάκι κάπου έξη άτομα. Άρχισε να τους απαριθμεί όλους έναν προς έναν. Πέρασαν και τα χρόνια και που να θυμάμαι πια. Από όλους μονάχα… έναν, τον Δημήτρη Παπάζογλου από τη συντήρηση. Πλακώθηκαν στα ουϊσκάκια με τα ξηρά καρπά και δώστου αστεία και γέλια. Σε κάποια στιγμή ο Θεοδόσης λέει “Φαντάζεστε ρε παιδιά να έμπαινε, λέει, ο μεγάλος από την πόρτα; Πω πω ρεζιλίκι!” Ο μεγάλος ήταν το αφεντικό, ο Αλέξανδρος Τικτόπουλος.

Κι ως τόπε έσκασαν στα γέλια περισσότερο για να διασκεδάσουν την αγωνία τους από κάποιο τέτοιο ενδεχόμενο. Ξου ξου όξω από δω, κάποιοι έκαναν τον σταυρό τους. Καμιά φορά όμως και οι τοίχοι έχουν αφτιά και ακούν. Και τρέχουν τα παγανά παραπλανημένα να εκπληρώσουν αυτά που ακούν και τα εκλαμβάνουν για ευχές. Γι αυτό προσέχετε τι εύχεστε. Και για να ξεφύγουμε λίγο από τα μεταφυσικά κα να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, κάποιος καλοθελητής το σφύριξε στο αφεντικό.

Με το εντυπωσιακό άσπρο κράνος στο κεφάλι και το τσιτωμένο του παράστημα γέμισε το κούφωμα της πόρτας. Τα γέλια σταμάτησαν, τα μάγουλα αναψοκοκκίνισαν και η αμηχανία φόρτισε τον αέρα της κρυψώνας. Τα μικρά δόντια του Θεοδόση χάθηκαν πίσω από τα χείλια του αλλά κράτησε την ψυχραιμία του. “Να ξέρετε…(κόμπιασε). Δηλαδή εδώ… Να κάποιος έχει γενέθλια και…”

Πήρε μια βαθιά ανάσα ο Θεοδόσης και κοιτάζοντας στο άπειρο με μισόκλειστα μάτια συνέχισε μειλίχια. “Αφεντικό θα πει να ξέρει τι δουλειά κάνει ο καθένας από τους υπαλλήλους του. Να ξέρει να συμπεριφέρεται και να εκτιμάει καταστάσεις. Ένας τέτοιος είναι και ο Αλέξανδρος. Και ανάλογη ήταν και η συμπεριφορά του”

-Αν τελειώσατε κύριοι, τον διέκοψε ο Αλέξανδρος, να πάτε στις δουλειές σας. Έτσι απλά και αυστηρά.

-Θεοδόση έλα που σε θέλω λίγο…

Ένα απλό χαλυβουργικό μασλάτι, μια από τις αμέτρητες ιστοριούλες στα πενήντα χρόνια της ζωής του χαλυβουργείου. Ένα μνημόσυνο στους Θεοδόση και Δημήτρη, μέρες που είναι! Το μεταφέρω με κάθε επιφύλαξη όπως τ’ άκουσα με τ’ αφτιά μου από τον Θεοδόση… και πέρασαν και κάποιες δεκάδες χρόνια… και η μνήμη άρχισε να μας προδίδει.

Advertisements