Ετικέτες

,


γραφει ο χαλυβουργος απομαχος (αρισταρχος)

πασχα195Κάθε φορά που σκαλίζω παλιές φωτογραφίες μελαγχολώ. Μια φλασιά στο χρονικό συνεχές, μια αποτύπωση γεγονότων πάνω στην ταινία. Αναπαράγεται η πραγματικότητα, σε μια μοντέρνα έκφραση μια εικονική πραγματικότητα. Που όμως, γεννάει συναισθήματα κι αυτά ερεθίζουν τους αδένες. Γεμίζει το σώμα ορμόνες που κοντεύουν να μας προκαλέσουν έκρηξη. Τότε ανοίγει η βαλβίδα ανακούφισης με δάκρυα που παράγουν πρωτεΐνες και έτσι ηρεμεί ο οργανισμός αφήνοντας στο στόμα μια πικρή γεύση. Άλλοτε πάλι το στιγμιότυπο μας φέρνει στο νου κάποια γκάφα, κάποια παλαβομάρα και σκάμε στα γέλια σε ένα ξέσπασμα αυτοσαρκασμού ή σε βάρος άλλων. Άλλοτε πάλι περνούν μπροστά από τα μάτια μας χωρίς καμιά ιδιαίτερη σημασία. Δεν παύουν όμως να είναι εικόνες από τη ζωή μέσα από μια χωροχρονική κλειδαρότρυπα.

Αρχές της δεκαετίας του πενήντα. Η νέα εποχή μπήκε στον κόσμο μετά τον πόλεμο το 1944. Όλοι γλείφουν τις πληγές τους αλλά για την Ελλάδα η εποχή αυτή θα αρχίσει με καθυστέρηση σχεδόν πέντε χρόνια. Και όπως πάντα η ιστορία θα γραφεί από τους νικητές. Οι παράμετροι της ζωής θα καθοριστούν από τους ίδιους και η ζωή θα μπει σε νέες ράγες. Δεν υπάρχουν μέσες καταστάσεις παρά μονάχα “όστις μη μεθ’ ημών καθ’ ημών!” Θέλεις δουλειά; πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων! Θέλεις δημόσιο; Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Να δούμε στον εμφύλιο πόλεμο με ποιους ήσουν. Και μη πάει το μυαλό σας σε τίποτε αγωνιστές. Αρκεί από το σόϊ σου κάποιος συγγενής να ήτανε στο βουνό. Ή όπως τους έλεγαν χαρακτηριστικά κουμμουνιστοσυμμορίτες. Τα παρελκόμενα των αδερφοφάδων! Η δυστυχία του ύστερα!

Τριάντα χρονών ο Αντώνης, ορφανός από πατέρα εστιάτορα. Έμαθε την τέχνη του μάγειρα και πίσω από τα γκρεμισμένα όνειρα του αδικοχαμένου του πατέρα ψάχνει για δουλειά. Τα βήματά του τον φέρνουν σε κάποια λέσχη Χωροφυλακής που ψάχνει μάγειρα. Καθαρός από φρονήματα και συγγενείς, καθαρός και από μητρώο δεν θα δυσκολευτεί να πάρει τη θέση του αρχιμάγειρα. Η μόνη ερώτηση που του απεύθυναν “Στον συμμοριτοπόλεμο με ποιους ήσουνα; Με τους πάνω ή τους κάτω”; Λες και δεν ήξεραν. Αυτός απάντησε αυθόρμητα “Ούτε με τους μεν αλλά ούτε και με τους δε. Είχα να φροντίσω δυό αδελφές και μια μάνα.”

Οι καιροί δύσκολοι και η φτώχεια ανείπωτη. Είναι η εποχή της ανεργίας τότε που Ελληνικές καραβιές ξεφορτώνουν μετανάστες σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης. Εκεί λοιπόν στη Λέσχη ο Αντώνης μεσημέρι και βράδυ μοιράζεται μαζί με το προσωπικό σε αλουμινένια φαγητοδοχεία(μπακράτσια) ότι θα περισσέψει στην κατσαρόλα του μαγειρείου. Να φάει και η υπόλοιπη οικογένεια κι αν περισσέψει καμιά κουταλιά να φάει και ο γείτονας. Τίποτα για πέταμα! Μια μπουκιά ψωμί να περίσσευε θάπρεπε να την σταυρώσεις, να τη φιλήσεις και ύστερα να ζητήσεις συγνώμη από την Παναγία και να την πετάξεις στα κεραμίδια για τα πουλάκια. Άμα καείς στο γάλα φυσάς και το γιαούρτι που λέει και ο λαός. Και ο λαός έρχονταν από τη δεκαετία του σαράντα, της φτώχιας. Φτώχεια με θανατηφόρα πείνα. Έπεφταν στους δρόμους από πείνα με τις κοιλιές πρησμένες από το πολύ νερό. Ήταν να μην εκτιμήσεις τη μπουκιά που έτρωγες;

΄Ετσι λοιπόν κάθε βραδάκι ο Αντώνης καθόταν να πιεί μια σταλιά ούζο με λίγο μεζέ, από τίποτα έως ότι νάναι, να διαβάσει την χιλιοδιαβασμένη εφημερίδα του και ύστερα να πάει για ύπνο. Οι ραδιοσταθμοί, ένας τοπικός και ένας εθνικός, έκλειναν το αργότερο στις δέκα το βράδυ. Ύστερα η ελατηριωτή κεραία του άσπρου ραδιοφώνου που κοσμούσε το σαλονάκι από την μια άκρη ίσαμε την άλλη έπιανε κάτι από τα βάθη της Αραπιάς. Νότες που σούφερναν εικόνες από έρημο, καμήλες, οάσεις και βεδουίνους. Ήταν και κάτι τέτοια εξωτικά τραγούδια με Στέλιο Καζαντζίδη και Τσιτσάνη και έδενε το γλυκό πιο καλά. Τελικά, σαματάς να γίνεται και η ζωή να δίνει το παρόν της.

Τα ρούχα τα έραβαν μόνοι και διπλογυρισμένα, το μέσα έξω. Ξύλωνες προσεκτικά το κουστουμάκι και γύριζες το μέσα έξω. Ύστερα το ξαναέραβες πάνω στα παλιά γαζιά και… ιδού! Κουστουμάκι δεκαπενταετίας και ήταν σαν να έραψες… καινούριο! Η καλαισθησία είναι να την έχεις. Η ραπτική να την κατέχεις και με χαρτί μοντελάκι να κάνεις.

Η ζωή προχωράει είτε με βρισιές, είτε με νταούλια. Δε σταματά! Τα χρόνια φορτώνονται στους ώμους των ανθρώπων που εν τω μεταξύ είναι διαβαθμισμένα. Δηλαδή, από τα είκοσι και μετά μέχρι τα τριάντα λίγο πολύ όλοι το γλεντούν. Από τα τριάντα και μετά μέχρι τα πενήντα άντρες-γυναίκες τρέχουν να τακτοποιήσουν εαυτούς από δουλειά, σπίτι και οικογένεια. Ύστερα από τη μέση ηλικία και πέρα όλα παίρνουν τον δρόμο τους για την τελική έκβαση, τα γεράματα!

Ο Αντώνης θα τα περάσει όλα αυτά χωρίς να τα καταφέρει να κάνει οικογένεια. Μια απόπειρα που έγινε κοντά στα σαράντα απέτυχε γιατί απλά δεν τόθελε η… τύχη. Κατάφερε να νικά τον εξαποδώ σε όσα αλώνια κι αν τον πάλεψε μέχρι που έφτασε τα εβδομήντα τρία του χρόνια. Εκεί παραδόθηκε στον άνισο αγώνα και η ύπαρξή του έμεινε αποτυπωμένη πάνω σε φωτογραφικές πλάκες για να θυμίζει το πέρασμά του από τη ζωή.

Στη ζωή έρχονται άνθρωποι αθόρυβα, ζουν ασήμαντοι και αθόρυβοι και φεύγουν το ίδιο αθόρυβα όπως ήρθαν και όπως έζησαν. Ένας τέτοιος ήταν ο Αντώνης ο μάγειρας. Το ίχνος του σκεπάστηκε από τη σκόνη του χρόνου και η συνέχεια της ζωής σταμάτησε εκεί που τέλειωσε το ταξίδι του σαν μια τερματική μπάρα σιδηροδρομικής γραμμής.

Να όμως που μια φωτογραφία με τον γαμπρό του και τις αδελφές του αποτυπωμένη μια Κυριακή του Πάσχα στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα ήταν αρκετή να μου σηκώσει μνήμες. Ζωντάνεψε για λίγο έστω και θολά, σαν όνειρο.

Καμιά φορά αναρωτιέται κανείς αν οι ψυχές πραγματικά ζητούν το μνημόσυνό τους. Ιδιαίτερα αυτές τις μέρες με τα ψυχοσάββατα. Κι αυτό ήταν ένα μνημόσυνο.

Advertisements