Ετικέτες

,


γραφει ο απομαχος

ΜΟΡΦΕΑΣ ΙΡΙΣΈνοιωσα τα βλέφαρα να βαραίνουν. Σκάλισα με προσπάθεια τη φωτιά και ξάπλωσα αναπαυτικά στη κουνιστή πολυθρόνα μου. Τράβηξα πάνω μου το φλισάκι που μου έκανε δώρο η νύφη μου και κάρφωσα το βλέμμα πάνω στις καψαλίθρες από το κούτσουρο που σιγόκαιγε στο μαρμαρένιο τζάκι. Πάνω του κρεμόταν σαν κόσμημα ανεκτίμητο ένα γιαταγάνι από την επανάσταση του είκοσι ένα. Δηλαδή έτσι μου είπε ο ψιλόλιγνος τύπος που μου το πούλησε σε κάποιο από τα μαγαζιά με περιεχόμενο“Old Art!”

Αλήθεια περιπλανηθήκατε ποτέ σε ένα τέτοιο μαγαζί με παλιές αντίκες έπιπλα; Είναι καλλιτεχνικά κατασκευάσματα, σιφονιέρες, κρυσταλλιέρες, τραπεζάκια, σεκρετέρ που πουλήθηκαν από τους κληρονόμους και επαναπαλαιώθηκαν από ειδικούς. Αν ποτέ πάτε σε τέτοιο μαγαζί σταθείτε μπροστά τους με ταπεινότητα και ανοιχτό μυαλό. Αν σας χαμογελάσει η τύχη ίσως ακούσετε μέσα στην ψυχούλα σας την αγωνία της εριτίμου, κάποιας Ευθαλίας ή άλλως πως “Καλέ μαστρο-Κώστα πέστε μου, θα το περιμένω στη γιορτή του άντρα μου σε μια εβδομάδα. Θα το έχετε έτοιμο; Και κείνο το περίεργο σκάλισμα στο πλάϊ που σας έδωσα. Να είναι με περίσσεια χάρη. Μου είπατε πως έχετε ένα δουλικό από την Αραπιά και τα χέρια του είναι άξια για κέντημα. Άμα πιάσει, λέει, το σκαρπέλο απελευθερώνει από το ξύλο κάθε είδους ονειρόπλασμα που ήθελε να φανεί ”.

Νιώθεις την αγωνία, νιώθεις την χαρά κι ύστερα… τα χρόνια ξεθωριάζουν τα λούστρα και οι ψυχές που τ’ αγάπησαν παραδίδουν το σώμα στην ιδιοκτήτρια γη που το ζητάει και ταξιδεύουν για άγνωστα μέρη. Οι επερχόμενοι κληρονόμοι βλέπουν απλά, παλιά έπιπλα. Οι φωνές σιωπούν. Μιλούν μονάχα σε ανοιχτές ψυχές και σε απόκοσμα στοιχειά. Κι αυτό το γιαταγάνι τώρα μου εξιστορεί την ζωή του ενώ τα γαλάζια μου μάτια κλείνουν ανήμπορα να αντέξουν το ξενύχτι και το βάρος από τα βλέφαρα.

Με άρπαξε κυριολεκτικά στις ατσάλινες φτερούγες του ο Μορφέας και με πέρασε από βουνά και λόφους σε γκρίζες αποχρώσεις. Κάπου σε άγνωστη γη με απώθεσε μαλακά και ήτανε λέει πολύς κόσμος. Και ήτανε όλοι γνωστοί. Μπορούσα να διακρίνω συναδέλφους ζυμωμένους στον εργασιακό μου βίο τριάντα πέντε χρόνια σφυρηλατημένοι στον κοινό σκοπό. Και ήτανε λέει ο πρώτος τη τάξει αρχηγός με φανταχτερό όνομα Αλέξανδρος. Θαρρείς τον είχα σε περίοπτη θέση και όχι μονάχα εγώ αλλά όλος ο κόσμος.

Ντελάληδες τον διατράνευαν και μυριόδωροι τον ακουμπούσαν. Κι εκείνος δεν πίστευε στα μάτια του δεν άκουγε τ’ αφτιά του στην τόση τιμή. Μια απλή γιορτή με ντουντούκες ήτανε και ο καθένας χάνονταν στα δικά του ονείρατα. Και σαν περνούσαν οι καλές οι μέρες μαύριζαν στην θέα που ο προτζέκτορας τύπωνε στο άσπρο πανί. Ερημιά και αρχή σηψαιμίας. Ότι πρώτα βούιζε από ζωή τώρα βυθίζονταν παραδομένο στου χρόνου το τιθάσευμα. Οξείδωση και διάλυση!
Το όνειρο καλά κρατούσε και ο χρόνος έπαιζε μαζί μου σαν τη γάτα με το ποντίκι. Χοντροί, αδύνατοι, αλλαγμένοι κάτω από του πανδαμάτορα την απαρέγκλιτη πορεία. Ήμασταν κάποτε όλοι νέοι και δυνατοί. Βάζαμε τα κορμιά και βγάζαμε ατσάλι. Κι ύστερα χορεύαμε κι ερωτευόμαστε και παντρευόμαστε και κάναμε παιδιά. Και ύστερα γεράσαμε και η ζωή μας πέταξε σαν απόφαση σε κάποιο γραφείο ασφαλιστικό με αριθμό και ποσό σύνταξης.

Τώρα γελάμε, τραγουδάμε, φιλιόμαστε και η γιορτή τελειώνει. Ίσως αύριο θάναι μεγάλη μέρα, ίσως πάλι ο χρόνος θα γέρνει τους ώμους ακόμη πιο πολύ. Όμως… οι αναμνήσεις. Ναι, αυτές! Θα με ονειροβατούν τ’ ανείπωτα βράδια με εικόνες που θάναι όλες γνωστές με γνωστά ονόματα. Κι ας μην ακούν τα ξεράδια , κι ας μην ακολουθούν τα ρημάδια η ψυχή θα χορεύει στους ρυθμούς μιας εποχής που ήταν κάποτε η νιότη μας. Και την αποτυπώσαμε πάνω σε λαμαρίνες και σίδερα σε ένα πια κουρασμένο,σκουριασμένο και παρατημένο Χαλυβουργείο. Το δικό μας!

Advertisements