Ετικέτες

,


Γραφει ο αρισταρχος (χαλυβουργος απομαχος)

Το χούϊ τελευταίο πεθαίνει.

προσφυγαςΠρωί πρωί στα γραφεία της ΔΕΗ. Η ώρα είναι εννιάμιση και το χαρτάκι που κόβω μου δίνει αριθμό προτεραιότητας 165! Επίσης το χαρτί με πληροφορεί πως ο μέσος χρόνος αναμονής είναι 45 λεπτά. Το μικρό σαλονάκι είναι σχεδόν γεμάτο αλλά… να μια θεσούλα πλάϊ σε ένα γεροντάκι κοντά ογδόντα Μαϊων. Σάμπως να υπήρχε και κανένα νιάτο, όλοι σιτεμένοι. Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε, αν και ανιχνεύουμε στις προθέσεις ο ένας του άλλου όρεξη για… τι άλλο, να βγει το φαρμάκι από το στομάχι. Το θέμα είναι ποιος θα κάνει την αρχή. Σούρχεται ν’ αμολήσεις κανένα κλασσικό “Πολύ υγρασία έχει” ή “Μα γιατί αργούν;”. Τελικά ξαναβγαίνει βαριά η ανάσα χωρίς λόγια. Δε βαριέσαι, και τι να πεις.

Την αρχή θα κάνει όμως μια κυρία παραδίπλα με την κλασσική γυναικεία γεμάτη περιέργεια ερώτηση. “Είστε για διακανονισμό;”. Όχι ξορκισμένο! Κανένας δε γουστάρει τέτοιες ερωτήσεις και φυσικά συζητήσεις. Καλύτερα κάτι από τη σημερινή κατάσταση, πολιτική! Άνοιξαν όλα τα στόματα αυτομάτως και όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί ελούσθησαν με ότι βρισιά ερχόταν στο στόμα. Πάντα κόσμια, γιατί υπήρχαν και κυρίες.

Τόνα φέρνει τάλλο και τώρα πια που γνωριστήκαμε και έσπασε ο πάγος αρχίσαμε και εξομολογήσεις. Στον ηλεκτρονικό πίνακα, εν τω μεταξύ οι αριθμοί έτρεχαν με ταχύτητα βγάζοντας κάθε φορά ένα περίεργο ήχο. Δέκα νούμερα θα περίμενα ακόμα για να τελειώσει η αναμονή. Εν τω μεταξύ η συζήτησε πέρασε από κάμπους και βουνά και έφτασε στον στόλο των προσφύγων και τους πνιγμούς. Ήταν να βλέπεις τα γεροντίσια μάτια κατακόκκινα και υγρά. Ο Ελληνικός πολιτισμός που πηγάζει από την rom του DNA. Αγάπη και συμπόνια για τον διπλανό.

Ξαφνικά, ο διπλανός μου σιωπηλός νεαρός ογδοντάρης, έβγαλε μια κραυγή σα να του πάτησαν τον κάλο. “Δεν ξέρω τι λέτε αλλά πρέπει να τους αφήνουν να πνιγούν να μάθουν να μην έρχονται σε ξένο κράτος.” Γυρίσαμε όλοι τα κεφάλια να δούμε το παιδί της ναφθαλίνης μήπως τόσκασε και δεν πήγε στη δίκη της Νυρεμβέργης. “Σε ποιο στρατόπεδο ήσουνα παππού διοικητής στην Τρεμπλίνκα;” Είπε ένας περίπου εξηντάρης. Η κυρία παραδίπλα το πήγε λίγο παρακάτω. “Αν έβλεπες ρε πατέρα ένα τρίχρονο κοριτσάκι… έχεις εγγόνια;” . Την κοίταξε άγρια με τα μικρά του γυαλιστερά πονηρά ματάκια και η αρυτίδωτη επιδερμίδα στα μάγουλα τεντώθηκε, κάτι σαν τικ. “Να μη σε νοιάζει” απάντησε ξερά.
“Βρε πατέρα δεν σε έβρισα, απλά σε ρώτησα αν έβλεπες ένα τρίχρονο κοριτσάκι να πέφτει από τη βάρκα στο νερό και να πνίγεται θα πηδούσες και συ στο νερό να τη σώσεις; Ξέρεις μπάνιο;”

Πήρε ύφος δασκαλικό και άρχισε να ρητορεύει σε φα-σιστ ελάσσονα. Νόμιζα πως άκουγα ναζιστικό πολυβόλο να θερίζει αθώες ψυχές. Τηνώρα που σηκωνόμουνα αηδιασμένος πέτα ξε για επίλογο την κορωνίδα του. “Γιατί να πνιγώ εγώ; Ας πνιγεί αυτό το τρίχρονο που κολυμπάει σε ξένα νερά”.

Αν δεν με συγκρατούσαν οι καλοί μου τρόποι θα του άνοιγα μια τρύπα στη καράφλα για να πάρει αέρα μπας και ακούσει τις βρωμιές που ξεστόμιζε. Από τη μιζέρια μου μ’ έβγαλε ένα δυνατό γκλινγ! Στον ηλεκτρονικό πίνακα έγραφε 165, το νούμερό μου.

Ευτυχώς στην έξοδό μου το γεροντάκι είχε εξαφανιστεί. Κάποιος με χτύπησε στην πλάτη. “Ευτυχώς φίλε τέτοια φασισταριά είναι πολύ λίγα. Ξέχνα το.” Δεν ήθελα να ξεχάσω, ήθελα να καλμάρω τα νεύρα μου που μαζί με την σίγουρα ανεβασμένη πίεση μου βαρούσαν τα μηνίγγια σαν ταμπούρλο.

Advertisements