Ετικέτες


γράφει ο απόμαχος χαλυβουργός

2016Τον είδαν να τρέχει γυμνός με την παχιά κοιλιά του , το αρτσούμπαλο σώμα του γερασμένο και ταλαιπωρημένο. Έτρεχε στη ανηφοριά ενώ ο κόσμος του πετούσε πέτρες, γυαλιά, ντομάτες και τον έβριζε χυδαία. Πάνω στην συμφορά του έλεγε κάτι ακατάληπτα και έδειχνε τον κόσμο. Κανένας δεν καταλάβαινε κάτι από αυτά που φώναζε και συνέχιζαν να τον πετροβολούν “Στο διάολο να πας, αχαΐρευτε, μας κατέστρεψες!” Εκεί στο τέλος του δρόμου στάθηκε για μια στιγμή θεόγυμνος, αποκρουστικός. Σήκωσε ψηλά το δεξί του χέρι και έβγαλε στεντόρεια ινδιάνικη κραυγή

“Έ σεις! Εσείς φταίτε για όλα. Και για τα καλά και για τα κακά. Εσείς τους ψηφίσατε, τους υποστηρίξατε, τους ανεχτήκατε. Εγώ απλά έκανα τη δουλειά μου. Και μαγαρίστηκα. Φταίω εγώ που τα φιλαράκια σας δημιούργησαν τους δήμιους που με την σειρά τους χάλασαν την ανθρωπιά και έστειλαν χιλιάδες, εκατομμύρια να θαλασσοπνίγονται έξω από τα νησιά σας; Είμαι εγώ εκείνος που άλλαξα το κλίμα σας με HAARP, σας μαγάρισα τον ουρανό με chaim trails, σας μουντζούρωσα το γαλάζιο με καπνιές από τα φουγάρα σας; Ειμαι εγώ αυτός που σας γέμισα φτωχούς, ξέσπιτους, άνεργους, πεινασμένους; Ένας φτωχός και ονειροπόλος χρόνος ήμουνα με το όνομα 2015! Όταν, τότε, που γιορτάζατε τον ερχομό μου έκανα τα καλύτερα όνειρα για να μετουσιώσω όλες σας τις ευχές σε πραγματικότητα ποτέ δεν φανταζόμουνα την ξεφτύλα που θα μου υποβάλλατε. Φταίω εγώ που ο εκλεκτός σας έφυγε πάνοπλος για την Θούλη και επέστρεψε όχι νικητής ούτε και νεκρός πάνω στην ασπίδα του αλλά οκλαδόν σαν περήφανος Μαζεστίξ πάνω στην ασπίδα του που την έσερναν κάτι παρατρεχάμενοι του κραδαίνοντας το Third(και πιο μακρύτερο) memorandum δαφνοστεφανωμένος και χαιρετώντας τα πλήθη των ηλιθίων που χειροκροτούσαν λες και κέρδισαν το πλακωτό στο τάβλι. Άει σιχτήρ σας βαρέθηκα. Μήτε να σας ξέρω θέλω. Είστε η χειρότερη περίπτωση που γνώρισα, μια μαύρη τρύπα.”

Όση ώρα μιλούσε βασίλευε σιωπή. Τα μάτια ολονών ήτα καρφωμένα επάνω του. Είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά και το βοριαδάκι που κατέβαινε από το Σέϊχ Σου ήταν παγωμένο. Όλα έδειχναν σα νάχε πέσει θανατικό. Η μαγεία της παραλαβής- παράδοσης είχε χαθεί και το μόνο πούμεινε η χρυσόσκονη που πετούσαν κάτι κοριτσάκια αγορασμένη από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Κι αυτός στεκόταν ψηλά εκεί δυό μέτρα από το χείλος της περιφερειακής γυμνός και βρώμικος. Ύστερα μια πέτρα έφυγε σφυρίζοντας και τον βρήκε στο κεφάλι εκεί στο τέλος της ανηφοριάς στην οδό Σεφέρη. Τον ξάπλωσε τέζα στην άσφαλτο και ύστερα εξατμίστηκε όπως κάθε χρόνο. Όλα τα κεφάλια γύρισαν και κοίταξαν τον αναμάρτητο που πέταξε την πέτρα και τώρα μουρμούριζε “Ήθελε, λέει, νάναι αθώος. Σκοτώστε τον” Ύστερα σήκωσε ψηλά τα χέρια σαν να κρατούσε την μπαγκέτα του και… “Πάει ο παλιός ο χρόνος ας γιορτάσουμε παιδιά και του χωρισμού ο πόνος ας κοιμάται στην καρδιά. Καλή χρονιά, χρόνια πολλά” Τα τελευταία λόγια έγιναν χορωδιακά και γέμισε ο δρόμος και έφεξε η πόλη και αντηχήσανε τα ξένα. Και το φως έφτασε μέχρι πάνω στον διαστημικό σταθμό που εκείνη τη στιγμή ήλεγχε το διεθνές πασαπόρτι ενός όμορφου νέου με προγραμμένο μέλλον.

Το όνομα; 2016!

Ο ένας κοσμοναύτης είπε ‘Oh, very good!’ ο άλλος είπε “О́чень хорошо́” Ο τρίτος, ένας Έλληνας πόντιος γύρισε τα μάτια του και τον κοίταξε με λύπη. Το μόνο που ψέλισε “Για τε μον πατρίδα θέλω ο χρόνος να εν Τραντέλληνας ”

Καλή χρονιά… απλά, νάναι καλύτερη από την προηγούμενη!

Advertisements