Ετικέτες

,


γραφει ο αρισταρχος (halyvourgos apomahos)

νυφούλαΤους περίμενα στην έξοδο των πτήσεων στο αεροδρόμιο το καλοκαίρι του 2000. Επέστρεφαν από Αυστραλία όπου είχαν πάει για δεύτερη φορά. Τσούρμο ο κόσμος με βαλίτσες και τσάντες περνούσε την γυάλινη έξοδο. Μπρος μου πέρασαν νεαροί ιερείς με τα κιλά τους αφήνοντας πίσω τους ένα ρεύμα από άρωμα με υφή γαρύφαλλου. Αμέσως μετά εκείνη κι εκείνος. Κρατιόταν από πάνω του με το πρόσωπο ωχρό και πονεμένα χαρακτηριστικά. Σ’ όλη τη διαδρομή ήμασταν αμίλητοι. Η ζέστη χτυπούσε κόκκινο εκείνη τη χρονιά. Έβραζε η άσφαλτος και μαζί της κι εμείς μέσα στο αυτοκίνητο μιας και η Μαιρούλα μας απαγόρευσε το κλιματιστικό. Κανένας δε μιλούσε για τίποτα αν και όλοι ξέραμε το άσχημο μυστικό. Έπασχε από την κακιά αρρώστια, όπως την είπαν οι γιατροί στην μακρινή ήπειρο.
Θα περάσουν σχεδόν πέντε βουβοί μήνες. Ύστερα, κάποιο κρύο πρωϊνό του Γενάρη η Μαιρούλα θα μπουκάρει στο σπίτι μου αναστατωμένη για να μου δείξει ένα πρόσωπο τελείως χαλκόχρουν! Δεν χρειάστηκε πολλά, σε λίγο την εξέταζαν στο εφημερεύον Νοσοκομείο όπου και της έγινε εισαγωγή. Η τελική διάγνωση, καρκίνος! Απλά επιβεβαίωναν τους γιατρούς της Αυστραλίας. Για λόγους τακτ έγραψαν πάνω σε ένα βιβλιάριο υγείας τα αρχικά Ca. Έξυπνη η Μαιρούλα δεν χρειάστηκε “μεταφραστή”. Της έκαναν μια παράκαμψη και άφησαν τη χολή να τρέχει έξω σε μια παρά φύση έξοδο. Η γυναίκα μου έγινε ο νοσηλευτής της αλλά, η υγεία της πια πήρε την κάτω βόλτα.

Επτά μήνες ήταν αρκετοί για να στείλουν εκείνο το μεσημεριανό στις πέντε Αυγούστου την Μαιρούλα να οσμίζεται την παρουσία του θεριστή στο προσκέφαλό της. Αυτός, της έδωσε μια διορία είκοσι λεπτών για να μας αποχαιρετήσει έναν ένα ξεχωριστά με μια αγκαλιά. Τα λόγια λίγα και διακριτικά. “Σας αγαπώ, γειά σας!” Ύστερα έκλεισε τα μάτια και άπλωσε πάνω στα χείλη της ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο σαν νάλεγε στον μετακομιστή που την περίμενε αόρατος στο πλάϊ της “Πάμε ρε, σε νίκησα. Δε σε φοβάμαι πια. Τυραννίστηκα αρκετά σ’ αυτή μου τη ζωή. Τα όνειρά μου έσβησαν κάποια στιγμή εκεί στη μέση μιας πλατείας όταν μου αρνήθηκαν να ζήσω παραπάνω ευτυχία. Κι αν έφτασα μέχρι εδώ δεν ήταν παρά μια παρόρμηση του ενστίκτου της επιβίωσης που μου εμφυτεύσατε. Ύστερα μ’ αφήσατε να παλεύω με ξεσκισμένα όνειρα κι ελπίδες σε τόπους απόμακρους και άτομα ανοίκεια, απρόσωπα.Εμπρός λοιπόν πάρε με, είμαι καθ’ όλα έτοιμη. ” Τον είδε που στεκόταν κοντά της με περίεργο σπάσιμο στα χείλια και κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε με δαύτον καλά.

Αργά αργά τα κουτσά της βήματα την ανέβασαν στις σκάλες κι ύστερα στον δυνατό κουτσό βηματισμό της μπήκε και το μπαστούνι, τακ τακ…τακ! Της φάνηκε της Μαιρούλας σα να μετρούσαν τα τελευταία της δευτερόλεπτα όμως, ξαφνικά ένιωσε τον κεραυνό στο χέρι της. “Γειά σου Μαιρούλα!” Χτύπησε η κουτσή Ναράϊδα δυνατά το χέρι της ετοιμοθάνατης. Κι εκείνη πετάχτηκε δυό μέτρα βγάζοντας απόκοσμη κραυγή. Τρόμαξε ο θάνατος και τόβαλε στα πόδια αφήνοντάς την κατάμονη με τα χίλια της προβλήματα. Άνοιξε τα μάτια της η Μαιρούλα και κοίταζε γύρω γύρω περίεργα με γυρισμένες τις κόρες. Πήγε να αρθρώσει κάτι αλλά αυτό που βγήκε ήταν ακατάληπτο ύστερα σήκωσε τα χέρια σα να μούδειχνε το δωμάτιό της, το κρεβάτι της. Την άρπαξε όσο μπορούσα προσεχτικά στη αγκαλιά μου. Και μόνο το άγγιγμα την έκανε να πονέσει και να βγάλει ένα μακρόσυρτο “άαααχ!” Έχασε τις αισθήσεις της και τις ξαναβρήκε μόλις την άφησα πάνω στο κρεβάτι. Αυτό όμως που ξύπνησε δεν θύμιζε τίποτα από την γλυκιά μου θεία.

Αδύνατη από την πολύχρονη αφαγία με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά και τις άναρθρες κραυγές θύμιζε ταινία από εξορκιστή, Κάτι τέτοιο ήταν η προσευχή/δέηση που έκανε ο Παπάς μετά τρεις μέρες ταλαιπωρία και σπασμούς. Άκουγε τον ιερέα και ούρλιαζε σαν να φοβόταν πως την έθαβαν ζωντανή. Την έπιασα από τους οστεομένους της ώμους τρυφερά και της ψιθύρισα “Μη φοβάσαι θειούλα, εδώ είμαι.” Κι αν δεν το έκανα το φώναξε η ψυχή μου, το μυαλό μου, η καρδιά μου και… ηρέμησε. Ύστερα έπεσε σε λήθαργο. Άφησε την τελευταία της πνοή μετά από δυό ώρες.

Σε λίγους μήνες έφυγε και η αδελφή της. Θαμμένες στο ίδιο τετράγωνο τις άναβα πολύ συχνά τα καντήλια, ίσως και κάποιος άλλος. Αλλά μόνο αυτοί. Λένε πως ο νεκρός γυρίζει σαράντα μέρες στα μέρη που έζησε και ύστερα φεύγει μακριά και οριστικά. Αυτό το ένιωσα πολύ δυνατά για την μητέρα μου. Η Μαιρούλα όμως θάπρεπε να ήταν η εξαίρεση. Έφυγε για πάντα από την ώρα που …έφυγε! Ίσως γιατί αυτή που έζησε μετά την πλατεία δεν ήταν παρά μια παρειδωλία της. Η πραγματική Μαιρούλα είχε φύγει τότε, στη μέση εκείνης της πλατείας με τα βροχόνερα`.

ΥΓ. Η ιστορία είναι φανταστική αλλά θα μπορούσε να είναι και αληθινή μιας και όλοι μας κρύβουμε μέσα μας από ένα κομματάκι της παραπάνω ιστορίας.

Advertisements