Ετικέτες

,


γραφει ο αρισταρχος (halyvourgos apomahos)

νυφηΟι σοφοί μας πρόγονοι συνήθως πολεμούσαν. Όταν δεν είχαν πόλεμο πλακωνόντουσαν μεταξύ τους σε μακροχρόνιους τσακωμούς έτσι, για νάχει η ζωή τη νοστιμιά της και η φιλοσοφία τα ερείσματά της. Κάπως έτσι βγήκε και το ρητό “Βίος αληλεσμένος και μάζα μεμαγμένη”, δηλαδή η ζωή είναι μάζα ανάκατη με χαρές και λύπες. Δέκα τρία χρόνια χαρές και λύπες στην μακρινή Ωκεανία δεν είναι και λίγα. Η νοσταλγία της έκαιγε τα σωθικά. Γράμματα πονεμένα, αφιερώσεις σε εκπομπές για τους ξενιτεμένους. Μόλις που άρχισαν να αραιώνουν οι αναζητήσεις μέσω Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού άρχισαν τα χαιρετίσματα στα αδέλφια μας στην ξενιτιά. Βασιλιάς ο Στέλιος Καζαντζίδης, ματωμένο και γεμάτο δάκρυα της Μοσχολιού το τραγούδι “Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω, έχω δυό χρόνια να τα δω και λιώνω…” Έλιωνε και η Μαιρούλα μακριά απ’ τους δικούς της.

Γεμίσαμε στο σπίτι χαρούμενες φωτογραφίες. Βγαλμένες σε παραδείσια μέρη με περίεργα ζώα. Εκδρομές ατέλειωτες και γιορτές αλά Ελληνικά με έντονο εκείνο το περίεργο φέρσιμο/ντύσιμο από τις συνήθειες του γηγενούς πληθυσμού. Θαρρείς και στήνονταν υποκριτικά για να φανεί ο πλούτος σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που έγλειφε ακόμα τις πληγές της από τον πόλεμο, τον εμφύλιο, τις αναδουλειές και το πολιτικό γίγνεσθαι σε αναβρασμό σαν μια από τα ίδια. Ήταν η δεκαετία του εξήντα που το ασπρόμαυρο γινόταν έγχρωμο και η δημοκρατία… φέουδο. Πάντα για την Ελλάδα.

Κάποτε, μετά δέκα χρόνια, αποφασίστηκε να δαπανήσει η οικογένεια ένα ποσό, πρωτόγνωρο για τα τότε δεδομένα, για ένα τηλεφώνημα στη Μαιρούλα. Ήταν τόσο μεγάλη η έξαψη που τα σαρδάμ πήγαιναν σύννεφο κι από τις δυό μεριές. Όμως εκείνο το τηλεφώνημα έμελε να ξυπνήσει το κοριτσάκι που κάποτε τα παράτησε όλα για ένα καπρίτσιο. Πριν κατεβάσει το ακουστικό έβγαλε ένα πνιχτό αναστεναγμό και “Σου υπόσχομαι παλικάρι μου, θα ρθω σύντομα”. Την πίστεψα απόλυτα. Είχε πάρει την μεγάλη απόφαση, την επιστροφή στην πατρίδα. Αργότερα θα στείλει τα ναύλα στην αδελφή της για να μείνει κοντά της έξη μήνες!

Κάποιος φίλος οικογενειακός είχε ένα αυτοκίνητο WV χελώνα μοντέλο του… πολέμου! Τα φλας ήταν δεξιά κι αριστερά στα κολονάκια της πόρτας και ανεβοκατέβαιναν όταν πατούσες το αντίστοιχο κουμπί. Δεν είχε πεντάλ γκαζιού αλλά μια ροδίτσα και το πίσω τζάμι ήταν μικροσκοπικό σα φυλακή. Τόχε παρατημένο στο πεζοδρόμιο σε πλήρη ακινησία. Μου τόδωσε για όσο τόθελα. Νέος στα είκοσι τόσα μου χρόνια και στις αρχές του εβδομήντα… ακούγονταν σαν πολυτέλεια.

Παραμονές Πάσχα του ’76. Ήταν απόγευμα και με το χελωνάκι βγήκα στους δρόμους παρέα με την κοπέλα μου. Η κίνηση μικρή στην Εγνατία, μπορούσες να διασχίσεις τη λεωφόρο από το σιντριβάνι μέχρι το σταθμό σε μόλις πέντε λεπτά περνώντας όλα τα φανάρια με πράσινο . Καλές εποχές για αυτοκίνητο. Σε λίγα λεπτά θα πάρκαρα έξω από τον Νέο σταθμό των τρένων. Ανεβήκαμε από το τούνελ στον διάδρομο τρία και καθίσαμε σε ένα παγκάκι στην αποβάθρα. Απέναντι ένα τεράστιο ρολόι μας πληροφορούσε πως η ώρα ήταν πέντε ακριβώς. Περίεργα τα συναισθήματα στις αποβάθρες. Αλλιώτικα όταν φεύγεις και άλλα όταν έρχεσαι. Μα πιο περίεργα είναι όταν περιμένεις να υποδεχτείς κάποιο αγαπημένο σου πρόσωπο. Και γίνεται ακόμη πιο περίεργο το συναίσθημα όταν αυτό το πρόσωπο σούλειψε για πάνω από δέκα τρία χρόνια Σε άφησε έφηβο στα δέκα τέσσερα και σε βρίσκει άντρα στα είκοσι οκτώ.

Περίεργη η κόρνα και η αμαξοστοιχία έμπαινε στη γραμμή τρία με ένα τεράστιο προβολέα αναμμένο. Κεφάλια γέμισαν τα παράθυρα. Μάτια που κοίταζαν περίεργα και έψαχναν για κάποιο οικείο πρόσωπο. Σταμάτησε το δεύτερο βαγόνι μπροστά μας. Φυσούσε, ξεφυσούσε, στρίγκλιζε… τόνιωθες ζωντανό. Άνοιξαν οι πόρτες την ίδια στιγμή που ακούγονταν η σφυρίχτρα κάποιου σταθμάρχη. Όταν παλιότερα σταματούσε η ατμομηχανή γέμιζε η αποβάθρα ατμούς. Τώρα οι ντηζελομηχανές ένα μαύρο καπνό κι εκείνος ψηλά, στον ουρανό.

Την είδα που κατέβηκε αργά προσεκτικά με ένα καπελάκι στα μαλλιά της και ένα φουστανάκι πουάν με μαύρους και άσπρους κύκλους. Θεόρατη με το μεγάλο της στήθος, εντυπωσιακή όπως παλιά. Τα κατακόκκινα χείλια της έσπασαν ένα γλυκό χαμόγελο γεμάτο αμηχανία. Με κοίταξε, με περιεργάστηκε και μουρμούρισε “Μα εσύ έγινες ολόκληρος άντρας!” Στο κεφαλόσκαλο του βαγονιού φάνηκε ο δι αλληλογραφίας γαμπρός. Χαμογελαστός χωμένος στο μαύρο του μουστάκι.

Αρκετά τα χρόνια στην αλλοδαπή και η προσαρμογή στη νέα Ελληνική πραγματικότητα δύσκολη. Οι Ελληνοποιημένες λέξεις έδιναν και έπαιρναν. Το ψυγείο έγινε φρίζα, η κουζίνα στόβα, τα μαγαζιά σόπια και… κοντεύαμε να ξεχάσουμε τα Ελληνικά μας. Η πατρίδα υστερούσε σε όλα, ακόμη και στα πεζοδρόμια. Όμως είχε πάντα αυτό που δεν υπάρχει πουθενά. Την ανθρώπινη ζεστασιά.

Δυό χρόνια φιλοξενήθηκε στην αδελφή της και ύστερα πήρε τον δι αλληλογραφίας και κόνεψαν σε μονοκατοικία στα περίχωρα. Πανδαμάτωρ ο χρόνος, όλα τα ημερεύει. Σιγά σιγά τα κάνει όλα αναμνήσεις πίσω από θολό τζάμι. Βγαίνουν καινούρια πράγματα τα κύτταρα γερνούν και οι υποδιαιρέσεις τους τελειώνουν. Ένας αγώνας χωρίς κάτι συγκεκριμένο παρά μονάχα τη χαρά. Κάποια στιγμή το σκαρί καβατζάρει τον κάβο των εξήντα κι από κει και πέρα χοντρό ρόλο παίζει η προδιάθεση, η κληρονομικότητα. Τα σκαλοπάτια της ανάβασης αργά και δύσκολα. Οι σχέσεις χαλαρώνουν και η καμπάνα της εκκλησίας τώρα φτάνει στ’ αυτιά σου. Ξέρεις που κάπου σε μια γωνιά θα παραφυλάει για να σου πει “άντε, πάμε!” Θέλεις να είσαι έτοιμος εκείνη τη αληθινή στιγμή. Το θέλεις όμως πραγματικά;
Η Μαιρούλα στερήθηκε παιδιά αλλά ο Θεός σε τέτοιες περιπτώσεις δίνει ανίψια. Τα χάρηκε σαν νάταν δικά της παιδιά και έπαιξε με τα παιδιά τους/εγγόνια της με αγάπη. Στα μάτια της πάντα κρυβόταν μια πίκρα που δε μπορούσες να αποκωδικοποιήσεις. Και ποτέ της δεν άφησε μέσα κανένα να μπει.

Πήγε δυό φορές στην Αυστραλία σαν τουρίστας. Τα είχε καλά με τα παιδιά του Παύλου αλλά αυτά μεγαλωμένα σε ξένα σπίτια με Αγγλοσαξωνική νοοτροπία κάθε άλλο παρά Έλληνες θύμιζαν. Αυτό που λέγαμε για την ζεστασιά, το χνώτο! Τους έβλεπαν σαν γέρους βαρετούς και το μόνο που ήθελαν να τους ξεφορτωθούν. Και γιατί να μη το θέλουν; Η αγάπη δεν είναι λεφτά, DNA, ιδέα ή οτιδήποτε άλλο θέλεις. Η αγάπη είναι τριβή. Κράτα με να σε κρατώ, θυσία, αλτρουισμός. Τι από όλα είχε ο γαμπρός εκτός κάποιες σκόρπιες διατροφές που τάτρωγε η κατ ευφημισμό μάνα.
Συνεχίζεται…

Σημ. Φανταστική ιστορία. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις συμπτωματική.

Advertisements