Ετικέτες

,


γραφει ο αρισταρχος (halyvourgos apomahos)

νυφηΈνα μήνα κράτησε το ταξίδι. Το μόνο που κατάφερε σ’ αυτό το μήνα ήταν να ηρεμίσει και να δει τα πράγματα πιο ψυχρά. Αναγνώρισε πως η αντίδρασή της ήταν μάλλον πολύ βεβιασμένη και αψυχολόγητη. Το θεώρησε χοντράδα αυτό που ξεκίνησε να κάνει αλλά τώρα πια ήταν αργά. Πήρε μια απόφαση για την συνάντηση με τον άγνωστο που την περίμενε στην προβλήτα της Αδελαΐδας εκείνο το πρωϊνό του Γενάρη. Αν δεν της άρεσε απλά, έτσι νόμιζε δηλαδή, θα δούλευε να ξεπληρώσει το εισιτήριο και ύστερα… ύστερα ένας Θεός ήξερε.

Ζεστός ο καιρός και ο ήλιος ανεβασμένος μια σπιθαμή. Έλουζε με το φως του μια όμορφη παραθαλάσσια πόλη και μια προκυμαία μοντέρνα. Άφηνε τη ματιά της να τρέξει μέχρι εκεί που έβλεπε ανάμεσα από πανύψηλα κατασκευάσματα πρωτόγνωρα γι αυτή. Κάτω στην προκυμαία κόσμος πολύς μαζεμένος με μαντήλια στα χέρια και κλάματα στα μάτια. Σαν άσπρα περιστεράκια κουνιόντουσαν πέρα δώθε. Από το κατάστρωμα χέρια αντιχαιρετούσαν χωρίς να διακρίνουν πρόσωπα. Ήξεραν όλοι πως οι ψυχές έβλεπαν, οι καρδιές χτυπούσαν και η μυρουδιές γνώριμες. Μπορεί ο ζωντανός ο χωρισμός να είναι επώδυνος αλλά η αντάμωση , ιδιαίτερα σ’ αυτή την απόμακρη γωνιά, έμοιαζε με Θεϊκό δώρο. Σε λίγο θα άρχιζε η διαδικασία της αποβίβασης και όλα θα έπαιρναν τον δρόμος τους.

Δεν βιαζόταν καθόλου και μάλιστα αν μπορούσε ούτε που θα κατέβαινε. Θα γύριζε πίσω με το ίδιο πλοίο και θα ξανάρχιζε τη ζωή της στην πρωτεύουσα. Απορούσε με το θάρρος της που έφτασε μέχρι εδώ. Έκανε τον σταυρό της και προχώρησε στον έλεγχο διαβατηρίων. Τελείωσε με τα διαδικαστικά και βρέθηκε σε μια τεράστια αίθουσα μόνη με το καφέ της ταγεράκι, μια τσάντα και μια παλιά καφέ βαλίτσα, όλη της η περιουσία. Ήξερε, ήταν σίγουρη πως ο άντρας που την προσκάλεσε και της έκανε τα ναύλα για να την παντρευτεί ήταν κάπου εκεί ανάμεσα στο πλήθος. Την παρακολουθούσε και την τεστάριζε όπως τα άλογα στο παζάρι. Ήταν πανέμορφη, δεν είχε να φοβηθεί τίποτα από αυτή την άποψη αλλά εκείνο που την ενοχλούσε ήταν η φράση της αδελφής της όταν την αποχαιρετούσε στον Πειραιά. Όπως την κοίταζε πίσω από τα βρεγμένα της γαλάζια μάτια της έλεγε με τρεμάμενη φωνή “Η δι’ αλληλογραφίας νύφη, να μη το ξεχνάς. Ακούς; Αυτό άξιζες; Δούλεψε να ξεπληρώσεις και πάρε τα πόδια σου να γυρίσεις στην πατρίδα. Θα σε περιμένουμε. ” Ύστερα τα χέρια χώρισαν και τα δάχτυλα παρέμειναν τεντωμένα για λίγα λεπτά. Δεν θα την ξεχνούσε ποτέ αυτή τη στιγμή κι ας την πονούσε βαθιά.

-Είστε η κυρία Μαίρη; Η φωνή σταθερή την ξύπνησε από τον στιγμιαίο της λήθαργο. Μαύρα κοκάλινα χοντρά γυαλιά και ίσιο μεγάλο μαύρο μουστάκι.

Έτσι τον είχε στο μυαλό της από τις δυό τρεις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που της είχε στείλει. Έτσι τον έβλεπε τώρα εμπρός της. Γκρι κομψό κουστούμι που μέσα του έκρυβε ένα μέτριο σώμα σε μπόϊ και όγκο. Καφέ καλοβαμμένα παπούτσια αμπιγέ και χρυσό ρολόϊ με μαύρη πλάκα στο χέρι. Στο μεσαίο δάχτυλο χρυσό δαχτυλίδι με χοντρή κόκκινη πέτρα και στην μπουτονιέρα περασμένο ένα άσπρο γαρυφαλάκι. Όπως της χαμογέλασε φάνηκαν δυό σειρές μεγάλα δόντια όχι ιδιαίτερα άσπρα. Της φάνηκε σαν γνώριμη, ζεστή φιγούρα. Έμοιαζε με άνθρωπο της υπαίθρου. Έβγαλε το γαρυφαλάκι και της το έβαλε στο χέρι.

“Ο κύριος Παύλος;” προσπάθησε να χρωματίσει την φωνή της αλλά μάταιο. Εκείνη βγήκε αχνή, κρύα, ξεψυχισμένη. “Συγνώμη… το ταξίδι… κουρασμένη…” Βγήκαν όπως βγήκαν τα λόγια άψυχα με τρέμουλο. Δεν άντεξε στο ηφαίστειο που ανέβαινε με ταχύτητα από μέσα της. Έσκυψε το κεφάλι και πέρασε το χέρι της στο μέτωπο. Νόμιζε θα λιποθυμήσει. Γέμισε βουβό κλάμα και αναφιλητά. Ζητούσε επειγόντως μια αγκαλιά να σιγουρέψει τον εαυτό της πριν σωριαστεί στο δάπεδο. Μέσα σ’ αυτή την αγκαλιά γέμισαν τα ρουθούνια της με άρωμα περγκαμόντο και μοσχοκάρυδο. Γλύκαναν οι οσφρητικοί αδένες και συνέφερε ο οργανισμός της. Τα υπόλοιπα έμειναν για το τρένο.

Το λεξιλόγιό του φτωχό ανακατεύονταν τις περισσότερες φορές με Αγγλικές λέξεις με κείνη την περίεργη Αυστραλέζικη προφορά. Έκανε όμως φιλότιμες προσπάθειες να την κατατοπίσει για τα μέρη που περνούσαν, το μέρος που θα πήγαιναν και την ζωή που τους περίμενε να ζήσουν. Έβλεπε άχρωμα έξω από το τζάμι τα τοπία που περιέργως δεν άλλαζαν και πολύ. Απέραντες ίδιες εκτάσεις μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι. Κάπου κάπου γύριζε τον κοίταζε και χάραζε ένα αδιόρατο χαμόγελο στα καλογραμμένα της χείλια. Όχι δεν της ήταν αποκρουστικός, κάθε άλλο. Της φάνηκε οικείος, ζεστός. Τα μαύρα του μαλλιά παρά τα τριάντα έξη χρόνια του έδειχναν πως είχαν πτωτική τάση με αποκορύφωμα, κάποια στιγμή, την φαλάκρα. Τίποτε από όλα αυτά δεν της πείραζε παρά μονάχα η θέση της σ’ αυτή την άκρη του κόσμου.

Ένιωθε τώρα το στομάχι της να της τραβάει. Κόντευε απόγευμα και είχε να φάει από το πρωί. Σκέφτηκε να αρθρώσει πέντε λέξεις για φαγητό… ίσως κάποια τυρόπιττα. “Κανόνισα booking στο εστιατόριο, μπορούμε να πάμε σε δέκα λεπτά να φάμε” την πρόλαβε. Χαμογέλασε. Της άρεσε αυτό που της είπε και ζήτησε πέντε λεπτά να φρεσκαριστεί.

Το σπίτι τυπικό ξύλινο διώροφο με ανέσεις. Η φτώχεια της μεταπολεμικής Ελλάδας της φάνηκε πολύ μακριά. Η αφθονία σε όλα ήτα δεδομένη. Αν μπορούσε θα έστελνε κάτι, έτσι για να δηλώσει στους συγγενείς πως πέτυχε. Ότι οι επιλογές της παρ’ ότι χαρακτηρίστηκαν τυχοδιωκτικές έδωσαν καλό αποτέλεσμα. Μπορούσε τώρα να ψωνίζει ρούχα, τρόφιμα και να αποφεύγει να μιλάει για δουλειά. Αργότερα θα βρεθεί ο πάντα σε αναμονή “καλοθελητής” που θα ενημερώσει πως δούλευε στις φυτείες των βοτρύων! Μάζευε με το ψαθάκι στο κεφάλι σταφύλια από τους απέραντους αμπελώνες της μακρινής Ωκεανίας. Αυτή που στον καιρό του μεγάλου αναλφαβητισμού στην πατρίδα της δούλευε στοιχειοθέτρια σε τυπογραφείο και διόρθωνε κείμενα και ορθογραφία. Και όλα αυτά γιατί; Για ένα πείσμα ερωτικής απογοήτευσης. Να αποδείξει πως δεν άξιζε τέτοιας συμπεριφοράς από ένα άτομο που δεν άξιζε καν της αγάπης της. Σάμπως φέρθηκε και σ’ αυτόν ο χρόνος με συμπόνια; Στα σαράντα πέντε του τον έστειλε να ψάχνει για βαρκάρηδες στην Αχερουσία. Έτσι γίνεται πάντα. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όταν διαλύεται μια πολύχρονη ευλογημένη αγάπη για ποταπούς λόγους.

Ο γαμπρός, ο Παύλος, δούλευε σε δύο δουλειές για να προφτάσει τις διατροφές που έτρεχαν από τον πρώτο του γάμο. Πολλά τα παιδιά και μοιρασμένα σε ξένα σπίτια την ίδια στιγμή που ο ένας παντρευόταν με νύφη από την πατρίδα και η άλλη συζούσε με τον εκλεκτό της. Ο Βίος και η πολιτεία ανεύθυνων που η φύση στέρησε το προσόν της τεκνοποίησης από άξιους και τόδωσε σε ανάξιους. Κάπου στο χρόνο επάνω η Μαιρούλα έμεινε έγκυος. Όχι όμως για πολύ, στον έκτο μήνα το απέβαλλε πεθαμένο. Ο γιατρός της υποσχέθηκε πως θα την βοηθούσε στο επόμενο, που δεν θα ‘ρχόταν ποτέ, να το κρατήσει αρκεί να είχε την υποστήριξη του άντρα της. Εκείνου όμως του έφταναν τα τόσα που είχε από τον πρώτο του γάμο κι έτσι η νυφούλα έμεινε στην τύχη της άκληρη!

Συνεχίζεται…

Advertisements