Ετικέτες


γραφει ο αρισταρχος (halyvourgos apomahos)

νυφηΛένε πως ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται, έτσι πιάστηκε κι αυτή από όπου βρήκε. Μια διεύθυνση σε ένα φτηνό εβδομαδιαίο περιοδικό κάπου εκεί στην Αυστραλία, σε ένα χωριό πάνω στον ποταμό Μάρεϊ. Χήρος με τέσσερα παιδιά ζητούσε συντροφιά για το υπόλοιπο της ζωής του. Την κοίταξε, την ξανακοίταξε και ύστερα ούτε που το σκέφτηκε, τι είχε άλλωστε να χάσει; Το μόνο σύνθημα στον εγκέφαλο ήταν ένα, να φύγει όσο πιο μακριά γινόταν. Και βρέθηκε, εκεί στην Αυστραλία στον αντίποδα της Ελλάδας.

Δεκέμβρης του 1963. Από νωρίς με το τέλειωμα του καλοκαιριού ο καιρός έδειξε τις άγριες διαθέσεις του. Βροχές, κρύα και δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα το χιόνι που έπεσε λύγισε τα πεύκα μέχρι το έδαφος και σκέπασε τα πάντα. Χρόνια είχε να χιονίσει τόσο πολύ. Τα κρύσταλλα από τα κεραμίδια έφταναν κοντά στο ένα μέτρο και το κρύο κρατούσε ακόμα και τα παιδιά μέσα στο σπίτι.

Σφύριξε δυό φορές η ατμομηχανή με δύναμη γεμίζοντας τις σιδηροτροχιές με ατμό. Ύστερα έριξε ο μηχανοδηγός όλη τη δύναμη του ατμού στα πιστόνια κίνησης κι εκείνα γύρισαν τους μεταλλικούς τροχούς πάνω στην σιδηροτροχιά βγάζοντας σπίθες και ένα ανατριχιαστικό συριγμό. Το τραίνο άρχισε να κινείται. Τουούτ, τουούτ… και δώστου δύναμη στους τροχούς που τσίριζαν σε απόλυτη αρμονία με τις ατμοπαγίδες που έσκαζαν ρυθμικά, τσαφ τσουφ, τσαφ τσουφ…

Μόνη στο κάδρο του παραθύρου με κείνο το χοντρό καφέ ταγιεράκι κοίταζε με άδειο βλέμμα τους δικούς της που της κουνούσαν τα χέρια και της έστελναν φιλιά. “Στο καλό, να μας γράφεις…” Δεν θα την ξεχάσω όπως την κοίταζα παιδάκι με μια χιονόμπαλα στα χέρια κάπως απομονωμένα από τους άλλους. Ξεχείλιζε από μέσα μου αυθόρμητα η ευχή “Γειά σου θειούλα, καλό σου ταξίδι και καλή σου τύχη”. Χάνονταν οι ατμοί που τύλιγαν το τραίνο στη στροφή και μαζί τους ανθρώπινες ψυχές σε ένα ταξίδι με όνειρα και ελπίδες.

Από τον Πειραιά θα πάρει το AURELIA, ένα ποντοπόρο επιβατηγό υπερωκεάνιο να την περάσει από το Σουέζ και τον κόλπο του Άντεν στον Ινδικό Ωκεανό και κει στην Αυστραλία. Χωρίς γνωστό, χωρίς ελπίδα, χωρίς καν λεφτά. Μονάχα ένα εισιτήριο πληρωμένο από κάποιον Ελληνοαυστραλό που ζητούσε μια γυναίκα να τον συντροφεύσει στο υπόλοιπο της ζωής του. Καθισμένη στην καμπίνα της όσο κι αν προσπαθούσε να αδειάσει τον εγκέφαλό της από όλα αυτά που της έστειλαν σ’ αυτό το απίστευτο ταξίδι της στεκόταν αδύνατο. Ακόμη θυμάται τον τελευταίο καιρό τότε που σταμάτησε εκείνος να τη γράφει από Αυστραλία. Κόντευε να τρελαθεί. Πήρε την αδελφή της και πήγαν σε ένα δυνατό μέντιουμ, τον Χρήστο. Κι εκείνος, χωρίς καν να προηγηθεί κάτι, μόλις την είδε της είπε αργά και καθαρά. “Φύγε, πήγαινε σπίτι σου. Το γράμμα που περιμένεις θα είναι αύριο στα χέρια σου”. Την έβγαλαν σχεδόν σηκωτή έξω κι αυτή και την αδελφή της. Έφυγαν και γύρισαν στο σπίτι τους για να τους δώσει την άλλη μέρα ο ταχυδρόμος μια επιστολή με ένα εισιτήριο για Αυστραλία. Και ήταν αυτό από κείνα που την έσπρωξαν πιο κοντά στην θρησκεία της. Τώρα, τι άλλο της έμενε, παρά μονάχα η πίστη και ελπίδα που πήγαζε από αυτή. Μια φιλενάδα και η αδελφή της έμειναν στην προκυμαία να της κουνούν το μαντήλι.

Συνεχίζεται…

Advertisements