Ετικέτες

,


γραφει ο πασχάλης(απομαχος)

galleon800

Τα διαβάζει η ψυχή, βουρκώνουν τα μάτια. Κλαίνε οι αισθήσεις με τη δοξαριά, στο ούτι καθώς μοιρολογά. Αχ γαμώτο, τέτοιες ακουστικές στιγμές νιώθω ενοχές που δεν κλήρωσα τη ζωή μου ελεύθερο θαλασσοπούλι, να πετώ στα ρεύματα του γαλιονιού που κουμαντάρει η ψυχή μου. Να μυρίζω την αρμύρα της να χαïδεύω τους αφρούς της. Να πλαταίνω τον ορίζοντα στου βαρδιάνου στην κόφα ψηλά στο πρυμνιό τ’ άλμπουρο και να κράζω στη νοσταλγία του ναύτη “στεριάαααααα!” Κι εκείνο, το σκαρί, ν’ ακούει, να χαίρεται και να χώνει μούρη στο ένατο το δυνατό κι ύστερα πάλι να βγαίνει αφρίζοντας με θράσος νικητή θροΐζοντας ρέλια και ξάρτια σαν μπιζάρισμα στης μπαλαρίνας την μεγάλη υπόκλιση! Τέλειωσε το μπάρκο, πέταξ’ η ψυχή πάνω στις άσπρες φτερούγες ίσια στο μαστίγωμα με τις ριπές αρμύρας. Κι ύστερα χάθηκε μέσα μου βαθιά ν’ αναπολήσει.

Φύσηξε ζεστός ο μπάτης και ξενέρωσα. Τέλειωσε το ονειρικό παραμύθι μαζί και το τραγούδι. Τα χείλη ακόμα κουνιόντουσαν σε δύο τέταρτα σχηματίζοντας λόγια απ’ το ποίημα που χάνονταν στον αέρα. Πήρα λίγη άμμο θαλασσινή και την κοίταζα που στραφτάλιζε στον ήλιο, ύστερα άφησα το αλμυρό νερό να την ξεπλύνει απ’ τις παλάμες μου. Κι εκείνη άρχισε πάλι μαζί του το παιχνίδι του φλοίσβου. Σε λίγο, καθώς γυρνά η γη, θα σβήνονταν το φως για να φανεί ο αστρικός ουρανός. Η Λύρα, ο Τοξότης, ο Άλφα του Κενταύρου. Κι εκεί στο κατακόρυφο στο δρόμο του βορά ο Πολικός οδηγητής. Και συ να ψάχνεις στέρεο μέρος για να τον κατεβάσεις πίσω από τον φακό του εξάντα.

Άϊντε γέρο μου και με το φραστ και με το φρουστ η παιχνιδιάρα στην αμμούδα κατάφερε να μας νανουρίσει, να μας κλείσει τα μάτια. Κι ήταν ο ύπνος γλυκός, ανάλαφρος σαν του μικρού παιδιού. Χωρίς ονείρατα και παραισθήσεις. Ήταν αέναος, παραδείσιος, στο ατέλειωτο αντάμωμα της φύσης.

Advertisements