Ετικέτες


γραφει ο αρισταρχος(χαλυβουργος απομαχος)

τιταχρυσαπασΒλέπω αυτή τη φωτογραφία και ο χρόνος σταματάει να τρέχει μέσα μου. Με τόση μεγάλη ταχύτητα που πάει θέλει και πολύ φρενάρισμα. Μόλις λοιπόν ακινητοποιηθεί έρχεται η πληροφορία για να ακολουθήσω τα μονοπάτια που πέρασε ο χρόνος ανάποδα, προς τα πίσω. Κολλάω, σαν τις αναμνήσεις απ’ το μέλλον, στην ημέρα που τραβήχτηκε αυτή η φωτό. Δυό κυρίες κομψά, άψογα και με τη μόδα ντυμένες, βοηθάει και η ηλικία, και στη μέση εγώ πιτσιρικάς. Σέρρας, στην πλατεία μπροστά από την τράπεζα. Και την θυμάμαι καλά αυτή τη φωτό, μόλις είχα βγει από το κουρείο που μ’ έκανε γουλί. Δεν θάπερνα όρκο αλλά πρέπει να είναι κοντά στο 1953! Τότε για να ράψεις κουστούμι –δεν υπήρχαν έτοιμα- έπρεπε να σκάσεις στο ραφείο 1.000 δραχμές, ένα μηνιάτικο. Από κει βγήκε και η φράση “τούκοψε κουστούμι ”. Βέβαια ύστερα από κάμποσα χρόνια μπορούσες να το πας στον ράφτη να σου το ξηλώσει και ύστερα να το ξαναράψει ανάποδα. Τα λέγαμε “γύρισμα” και ήταν σαν να το πρωτοφόραγες. Αν πάθαινε κάτι υπήρχε η μανταρίστρια. Το μαντάριζε με κλωστή από το ίδιο το κουστούμι και… καλλιτεχνία, αδύνατον να το βρεις όσο κι αν έψαχνες.

Μια ντοματοσαλάτα το μεσημέρι του καλοκαιριού και σε μια γαβάθα ταρατόρι (τζατζίκι με άφθονο κρύο νερό και αγγούρι) κρύο όσο το επέτρεπε η παγωνιέρα, αν είχε απομείνει πάγος. Ψυγεία ηλεκτρικά δεν υπήρχαν! Σίγουρα πάνω στο τραπέζι υπήρχαν φέτες από ψωμί πλαστό(ζύμωμα, πινακωτή, φούσκωμα, φούρνος) μπορεί και μιας βδομάδας. Περιέργως το κρατούσες και δέκα πέντε μέρες χωρίς να μουχλιάζει. Αντιθέτως ψηνόταν πιο πολύ και το χαιρόσουνα. Άντε και κανένα ποτηράκι ούζο. Ούζο είπα, όχι τσίπουρο. Ούζο. Εμείς οι Σερραίοι πίναμε και πίνουμε ούζο. Γούστο μας και καπέλο μας. Έτσι είναι οι άντρες!

Άμα όμως φωνάξει ο άντρας σηκώνεται η γυναίκα και κάθεται ο… άντρας! Για τέτοια δημοκρατία μιλάμε(μιλούσαμε;) για τότε που βγήκε η φωτογραφία, τώρα… τι να σας πω δεν ξέρω καθ’ ότι σιτεμένος. Έφυγα από την πόλη που αγαπώ, κάτι σαν δευτερογκόμενα, το 1963 ένα βράδυ πούβρεχε μονότονα με ένα φορτηγό. Δέκα πέντε χρονών, δηλαδή δέκα χρόνια μετά τη φωτογραφία. Όπως την βλέπεις από αριστερά είναι η μάνα μου νέα, μετέπειτα κυρά-Χρυσούλα. Δεξιά η θεία μου και αδελφή της μάνας μου, κουκλάρα τότε και αργότερα κυρία-Νίτσα. Δεν υπήρχε Σερραίος εκείνα τα χρόνια που να μην έβγαινε φωτογραφία μπροστά στην τράπεζα. Άλλωστε οι φωτογράφοι ήταν δύο και το ντεκόρ ένα και σταθερό, η τράπεζα.

Καλοκαίρι του 1966, μένω στο ημιυπόγειο της οδού Περδίκκα, στην Σαλονίκη πια. Μέρα μεσημέρι και με ζέστη και σαν γνήσιος Σερραίος προσπαθώ με την μάνα μου να σταματήσω την πείνα μου με αγγουροντομάτα και κρύο ταρατόρι! Ξαφνικά και πριν ψαρέψει στην γαβάθα το κουτάλι μπαίνει στο κάδρο μια ξαδέλφη από Δράμα μεριά με την κόρη της, εντελώς απρόσκλητα. Ξέχασα να πω πως εμείς οι Σερραίοι είμαστε φιλόξενοι άνθρωποι, όπως όλοι οι Έλληνες. Φιλοξένησα λοιπόν την ξαδέλφη με την κόρη της μοιραζόμενος σαλάτα και ταρατόρι(αυτή τη φορά παγωμένο από ηλεκτρικό ψυγείο!)

Σχετικά κοντούλα με κοντά ξανθά μαλλιά και … με το που την έβλεπες έλεγες “Άααα, αυτό είναι χωριατάκι”. Παχιά ανεξέλεγκτα χείλη και όνομα… δεν θα σας το πω. Το ίδιο περίεργο όνομα και η κόρη, ομορφούλα. Αυτό θα σας το πω, Ζαφειρούλα. Άντε, εποχές που είναι. Επικίνδυνα πράγματα, περίεργοι συνειρμοί . Βρέθηκαν και δυό αβγά τηγανητά με λίγο σπορέλαιο και έκλεισε η ιδιοτροπία της νεαρής κόρης. Μόνο που η μάνα, ντε και καλά, ήθελε να τονίσει το φτωχό μου μεσημεριανό και τσίγκλιζε την κόρη τονίζοντας τις συλλαβές μία μία“Φά-ε Ζα-φει-ρού-λα τάρα-τόρα!!! Χιχιχιχι”. Τόπε μια τόπε δυό με κείνη την κοροϊδευτική και σπαστική τσιριχτή φωνή που γύρισαν τα μάτια μου και τ’ άντερά μου. Κι όσο κι αν ήθελα να κρατήσω μια σοβαρότητα δεν άντεξα.

“Έξωωωωωω! Έξωωωωωω!” Δυό τετράγωνα πιο πέρα άκουσαν οι άνθρωποι την Ινδιάνικη κραυγή και τρόμαξαν. Μια νταμιτζάνα αιθέρα χρειάστηκε η κυρά Χρυσούλα, η φιλόξενη, να συνέλθει. Το χωριατάκι με την κόρη της βρέθηκαν στο δρόμο κατατρομαγμένες ψάχνοντας στον μπούσουλα του κενού της κεφαλής τους κατά που έπεφτε το πρακτορείο της Δράμας. Κι εγώ…

Χάλασε το μεσημεριανό μου. Είπαμε φιλόξενοι, όχι τόια. Η ξαδέλφη; Ούτε που την ματάδα. Η αγγουροντομάτα και το ταρατόρι ακόμη τα καλοκαίρια μας δροσίζουν μαζί με το τηγανητό κολοκυθάκι και τζατζικάκι(αυτά πάνε μαζί). Άϊντε να μη πω και για τον γκαϊγκανά γιατί θα με ρωτάτε με πόσα αυγά γίνεται.

Advertisements