Ετικέτες

,


γραφει ο apomahos halyvourgos (αρισταρχος)

λογοΠρωί πρωί η Κυριακούλα, γειτόνισσα από απέναντι, βγάζει στο πεζοδρόμιο ένα ψυγείο αρκετά μεγάλο. Τάπαιξαν, λέει, ο κινητήρας και το λάστιχο της πόρτας. Στην εποχή που ζούμε όλα είναι μιας χρήσεως, έτσι συμφέρει να το πετάξεις παρά να πληρώσεις για δαπανηρή επισκευή. Καμάρωνε λοιπόν το ψυγείο στο πεζοδρόμιο ώρες πολλές αλλά περιέργως παλιατζής δεν περνούσε. Κάποια στιγμή το απόγευμα ακούστηκε από μακριά σουριχτό χαρακτηριστικό μεγαφωνάκι από Ντάτσουν. Νάτος σκέφτηκα, επιτέλους αλλά… όμφακες ο θησαυρός. “Πατάτες, καλές πατάτες. Δυό τσουβάλια πέντε ευρώ.”
Αυτοί οι παλιατζήδες, θυμάμαι απ’ όταν ήμουν πιτσιρίκος, πέρναγαν με ένα τσουβάλι παραμάσχαλα και φώναζαν με στεντόρεια φωνή. “Παλιά αγοράζουμε. Παλιά κουστούμια, ρούχα μπακίρια. Ο Παλιατζής!” Έβγαινε η νοικοκυρά, πάντα μόνο αυτή, και τον φώναζε για ν’ αρχίσει το αλισβερίσι. Θυμάστε μια ταινία με τον Βασίλη Λογοθετίδη που ήταν στρατηγός και τούστησαν άγαλμα μπροστά στο σπίτι του καβάλα σε άλογο. Ύστερα η γυναίκα του ξεπουλούσε στον παλιατζή με το τσουβάλι σπαθιά και παράσημα και την μεγάλη στολή του στρατηγού για να καλύψουν τα έξοδά τους. Ακριβώς αυτό. Σαν κι αυτό που τραγούδαγε ο σχωρεμένος Στράτος “πάρε ότι θέλεις παλιατζή… πάρ’ το τσουβάλι κι έμπα μέσα παλιατζή…”. Έτσι λοιπόν τον θυμάμαι τον παλιατζή από μικρό παιδί.
Ξαφνικά το στενό γέμισε μεγάφωνο “Ο παλιατζής, παλιά μαζεύουμε!” Άϊντε επί τέλους, είπα, νάτος και ο σύγχρονος παλιατζής. Στο καπάκι έγινε άλλη αναγγελία από το ίδιο πάντα μεγαφωνάκι “πατάτες, καλές πατάτες ”. Είναι δυνατόν; Τι δουλειά έχουν οι πατάτες με τα παλιά μπακίρια και τα παλιά “αλομίνια”. Σαν εκείνου του παλιατζή με τα είδη προικός, πατάτες, κρεμμύδια και παλιά μπακίρια. Καλοκαίρι που είναι, ο είδη προικός, κρεμμύδια κλπ σταμάτησε στην ακρογιαλιά και βούτηξε να δροσιστεί. “Καλέ κύριε, τούπε νεαρά, πατάτε, πατάτε;” Η μικρά εννοούσε αν πατώνει ο λουόμενος παλαιοπώλης . Εκείνος πήρε ύφος και είπε “Είδη προικός μαντάμ!”. Κατά πως τον συμφέρει τον καθένα για να κρατάμε και το prestige της επιχείρησης. Όμως προσέξατε; Το “παλιά αγοράζουμε” αντικαταστάθηκε από το “παλιά μαζεύουμε”! Και μην αυταπατάστε πως το «μαζεύουμε»είναι τζάμπα. Αν είναι σε δύσκολη μεριά τα “αλομίνια ή τα μπακίρια” θα πληρώσεις κι από πάνω για να τα απομακρύνει. Και για να κάνω μια παρένθεση, δεν καταλαβαίνουν Θεό περί ωρών κοινής ησυχίας.
logo2Έφτασε κάποτε ο πατατάς-παλιατζής με ένα παλιό Ντάτσουν που στα νιάτα του θάπρεπε να ήταν άσπρο. Είχε υποστεί τόσες μετατροπές που απορούσα πως κυκλοφορούσε. Αδύνατον οι αντιπρόσωποι του κατασκευαστή του αυτοκινήτου να το αναγνώριζαν πως ήταν η μάρκα που πουλούσαν. Χωμένος μέσα στην θέση του οδηγού βολεύονταν μια τηγανισμένη φιγούρα με μουστάκι, πεταχτό μαύρο τσουλούφι και σκελετωμένο πρόσωπο. Από τα γραμμένα του χείλια κρεμόταν ένα αναμμένο τσιγάρο. Θάταν δεν θάταν σαραντάρης. Όσο κι αν προσπαθούσες δεν θα μπορούσες να μαντέψεις το ύψος του γιατί το κάθισμα θα πρέπει να είχε πάθει σοβαρή καθίζηση. Δίπλα, στη θέση του συνοδηγού καθόταν μια νεαρή γυναίκα της ίδιας φυλής αλλά πιο ανοιχτόχρωμη με ένα μωράκι στο βυζί.
Καθισμένος ο τηγανισμένος στο σταματημένο αυτοκίνητο κοίταζε το ψυγείο ανέκφραστος. Απ’ έξω η Κυριακούλα φώναζε. “Άντε καλέ παλιατζή θα το πάρεις; Ακόμα ζεστό είναι, μόλις που τόβγαλα από την πρίζα γιατί κάηκε το μοτέρ. ” Σήκωσε το ένα φρύδι ο παλιοπώλας μανάβης και είπε αγριεμένος “Τι, δεν δουλεύει;” Η Κυριακούλα τον κοίταξε περίεργα. “Καλέ, αν δούλευε θα στο έδινα;” Έριξε μια περιφρονητική ματιά ο σκούρος και είπε, ενώ έβαζε στο αυτοκίνητο ταχύτητα κάνοντας το σύμπαν να ανατριχιάσει από το τρίψιμο που έκαναν τα γρανάζια στο σασμάν ”Εγώ μαντάμ πουλάω πατάτες”. Ύστερα μαρσάρισε και έφυγε αφήνοντας να μας τυλίξει μια μεγάλη μαύρη μπάφλα καπνού που βγήκε από την σπασμένη εξάτμιση. Καθώς απομακρύνονταν έφτασε στ’ αφτιά μας από το μικρό σουριχτό μεγαφωνάκι σα μοιρολόι το “ νάϊς μπαλαμό και το λουμνό τ’ αφεντικό…”. Χάθηκε στη στροφή με τον απόηχο του άσματος και μείναμε μόνοι και σύξυλοι , εμείς και το θεόρατο θανάσιμα προσβεβλημένο ψυγείο.
Την άλλη μέρα η γειτόνισσα πήρε τηλέφωνο στον Δήμο κι εκείνος υποσχέθηκε άμεση λύση. Μια λύση όμως που δεν φαινόταν να έρχεται. Βλέπεις το αυτοκίνητο που διαθέτει ο Δήμος γι αυτή τη δουλειά βγαίνει στη γειτονιά μας κάθε Πέμπτη. Πέρασαν τρεις μέρες χωρίς να φανεί ούτε ένας παλαιοπώλης. Το ψυγείο καθόταν στην είσοδο σαν να προανήγγειλε μετακόμιση. Κάποτε έφτασε η Πέμπτη και φάνηκε το φορτηγό που όμως… μάζευε από τους δρόμους άχρηστα ξυλαράκια. Για ψυγείο ούτε κουβέντα γιατί, λέει, δεν ήταν της διαλογής ή κάτι τέτοιο. Έφυγε για να χαθεί κι αυτό στη γωνία. Πεισματάρα η Κυριακούλα άρπαξε το τηλέφωνο και ποιος στον Δήμο την είδε και δεν φοβήθηκε. “Καλά καλά κυρία μου μη φωνάζετε θα γυρίσει το αυτοκίνητο και θα το πάρει. “Το καλό που σας θέλω” ακούστηκε τσατισμένη εκείνη και βρόντηξε το τηλέφωνο στην θήκη του. Το τι πληρώνει αυτή η συσκευή του τηλεφώνου δεν λέγεται. Όλοι σ’ εκείνο το κουφό “κραπ” που ακούγεται καθώς χτυπιέται με δύναμη μέσα στην θήκη του, νιώθουν κάπως… δυνατοί, εξιλεωμένοι, δικαιωμένοι! Όμως το θαύμα έγινε και το αυτοκίνητο αφού έκανε τον γύρο του τετραγώνου γύρισε τσατισμένο κι αυτό. Τσατισμένα τέσσερα νεανικά χέρια το βούτηξαν και το ταλαίπωρο ψυγείο πλήρωσε τα νεύρα ολονών. Σαν πούπουλο το έστειλαν στο βάθος της καρότσας να στριφογυρίζει ταπεινωμένο σε πλάγια στάση, εντελώς άψυχο! Που τα μπερεκέτια όταν δούλευε. Όρθιο, περήφανο στητό με φωτάκια και μαγνητάκια χαριτωμένα να πιάνουν σκιτσάκια και φωτογραφίες πάνω στην πόρτα του. Το εργαλείο με τις περισσότερες ανθρώπινες επαφές. Πόσες φορές την ημέρα το επισκεπτόμαστε, για σκεφτείτε! Όμως έτσι είναι στη ζωή. Όταν δεν σε χρειάζονται, ότι και νάσαι… σε στέλνουν στα μπάζα!. Ά ναι, επί τη ευκαιρία πήραν και καμιά δεκαριά σακούλες μπάζα κι από μένα. Κοντά στο ξερό…
λογο1Αργά το απόγευμα καθίσαμε στην αυλή να πάρουμε τον καφέ μας. Είναι εκείνο το σημείο που σπάει η ζέστη και ψάχνεις απεγνωσμένα ψήγματα δροσιάς. Παλιά που το τσιμέντο δεν κυριαρχούσε τέτοια ώρα κατάβρεχαν το χώμα για τη δροσιά και τη σκόνη. Σηκώνονταν εκείνη η περίεργα ελκυστική μυρουδιά, τόλεγαν όζον. Τώρα εδώ καταβρέξαμε την άσφαλτο για να εισπράξουμε μια θερμοφόρα που έκανε τα πράγματα χειρότερα. Μυρωδιά νεκροτομείου, που λέει και ο Νιόνιος με το καλοκαίρι του, γέμισε τα ρουθούνια μας. Βολεύεσαι με ότι έχεις και κάθεσαι να πιεις τον απογευματινό μερακλίδικο με τα πολλά βαρύ και όχι, συνοδεία ενός παγωμένου ποτηριού νερό. Ξαφνικά φουριόζικο σταματάει ένα μεγάλο φορτηγάκι με μεγάφωνο. Πετάχτηκαν από μέσα δυό σκουρόχρωμοι, προφανώς της ίδιας φυλής με τον πατατά. “Καλησπέρα! Που είναι το ψυγείο;”, μας αιφνιδίασαν. Ήταν πολύ ξαφνικό και μας φάνηκε πολύ αστείο. Σκάσαμε στα γέλια. “Πρώτον το ψυγείο δεν δούλευε(αυτό γιατί το είπε δεν κατάλαβα) και δεύτερον έφυγε, πέρασε και το πήρε ο Δήμος” είπε η Κυριακούλα. Χωρίς άλλη κουβέντα μπήκαν στο αυτοκίνητο χτυπώντας δυνατά τις πόρτες. Εγώ τι να σας πω, τα γύφτικα(αυτή τη γλώσσα μάλλον μιλούσαν) δεν τα καταλαβαίνω αλλά πρέπει να ήταν πολύ θυμωμένα. Προφανώς τα είχαν με τον πατατά που άργησε να τους ειδοποιήσει.
Γυρίσαμε στον καφέ μας αμίλητοι όμως το μυαλό μου έκανε τους συνειρμούς του. Πίσω από ένα γραφικό επάγγελμα, αυτό του πλανόδιου παλιατζή, τη φιγούρα με το τσουβάλι παραμάσχαλα, είδα να περνάει ο κόσμος μου σε μια άλλη μοντέρνα εποχή που όμως μου φάνηκε εντελώς ξεθωριασμένη. Ας φαίνεται ασπρόμαυρο το παρελθόν. Κάλιο μια δυνατή αντίθεση άσπρου μαύρου, γκρίζου παρά μια ξεθωριασμένη χρωματική εικόνα.

Advertisements