Ετικέτες

, ,


γραφει ο απομαχος χαλυβουργος

συνταξηΔιάβασα το άρθρο του Λάκη Λαζόπουλου σχετικά με την  ουρά στην τράπεζα. Είμαι ένας από αυτούς τους απομάχους της ζωής που κάθε πρωί στήνεται στο αντί ταμείου κουτί, κοινώς ΑΤΜ για να εισπράξει αντί του τιμολογημένου εξηντάευρου ένα πενηντάευρο. 10ευρώ* 1.5εκτμ συνταξιούχους = 15εκτμ. Ημερησίως. Αρκετά λεφτά. Αλλά…

Ναι ήμουν κι εγώ εκεί την ουρά, στην Θεσσαλονίκη μπροστά στην τράπεζα μαζί με άλλους περίπου τριάντα απομάχους διεκδικώντας από το βλαμμένο κουτί λίγη συμπόνια για πενήντα ευρώ. Να πάρω γάλα, τυρί, ψωμί, φάρμακα. Να δώσω λίγα λεφτά στα παιδιά μου και κανένα μπισκοτάκι στα εγγονάκια μου.

Ναι, ήμουν κι εγώ εκεί μαζί με το φιλαράκι μου και πρώην συνάδελφο τον Γιώργο. Και περιμέναμε υπομονετικά και με αυτοσαρκαστική διάθεση να πάρουμε λίγα ψίχουλα έναντι της σύνταξής μας. Και συζητούσαμε και γελούσαμε και πικραινόμαστε και βουρκώναμε. Άμα γεράσεις Λάκη μου γίνεσαι ευαίσθητος, κλαις εύκολα.

Ναι ήμουν κι εγώ εκεί και ήταν και η Σοφία από την γειτονιά μου που υποφέρει από αρθριτικά και από την μέση της. Και τόλεγε και γέλαγε, και έκλαιγε και περίμενε υπομονετικά στην πονόψυχη ουρά.

Ήμουν κι εγώ εκεί και άλλοι πολλοί. Φωνάζαμε δυνατά γιατί δεν ακούγαμε καλά, παίρναμε κι από κανένα χαπάκι. Και δεν πίναμε, παρά την δίψα μας, λίγο νερό γιατί με τόση ώρα στην αναμονή απεύχεσαι να σου ρθεί κατούρημα. Και που θα κατουρήσεις. Και πως θ’ αφήσεις την σειρά σου.

Ναι ήμασταν όλοι εκεί. ’Οσοι ζούμε “πολλά” χρόνια και δεν πεθάναμε, που θάλεγε και ο φίλος μου ο Λοβέρδος.

Και ήταν ανάμεσά μας και ένα παλικαράκι είκοσι χρονών με του παππού την κάρτα. Μ’ αυτή ζει η οικογένεια με τα τέσσερα άτομα

Και δεν λέγαμε πόσο λίγα ήταν τα λεφτά, και δεν βρίζαμε την τύχη μας, ούτε αν θα υπήρχε την επαύριο κι αυτό το πενηντάρικο.

Κοιταζόμασταν στα μάτια βουρκωμένοι, και αυτά έλεγαν πολλά. Ομολογούσαν μια απόγνωση, μια απογοήτευση πως ποτέ μας στην μάχιμη ζωή δεν την ονειρευτήκαμε έτσι. Τα λεφτά της σύναξής μας, απότοκος μεγάλων εισφορών, αξιοποιούνται μονάχα στα φάρμακα και στο πενιχρό μας φαγητό. Όμως, η αγέραστη ψυχή μας ήταν που πάλευε να βγει από το στήθος. Ήθελε ν’ αρπάξει μια σημαία και να χυθεί στον δρόμο να φωνάξει στεντόρεια “Εγώ είμαι το αφεντικό σ’ αυτή την πέτρα. Κανένας άλλος. Γι αυτό πολέμησα, για αυτό αγωνίστηκα”. Δυστυχώς φίλε μου Λάκη στις ηλικίες μας όπως λέει και ο σοφός μας πρόγονος “το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενεί!”.

Αυτή την αδυναμία φίλε μου για να την δεις πρέπει να καθίσεις στην ουρά και τα χρόνια να βαραίνουν στους ώμους σου. Τα μάτια θολά, η φωνή αχνή, η ακοή ανήμπορη. Μα η ψυχή…

Ήμουν και είμαι μεροδούλι μεροφάι. Δεν έχω να κρύψω τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα… όμως όχι, φοβάμαι. Φοβάμαι για τα παιδιά μου, για τα εγγόνια μου. Δεν θέλω να επαναλάβω τα ίδια λάθη με το παρελθόν. Όλοι οι παλαιοκομματικοί φρύγανα στη ζωή μας, πρέπει να κάτσουν στην ουρά για να τελειώνουμε.

Αυτός ο νέος πολεμάει για μας, κι εμείς οφείλουμε να βοηθήσουμε. Κλείνοντας τα μάτια να κοιμηθούμε στην χώρα των ασφοδέλων με το χαμόγελο πως κάτι πάει ν’ αλλάξει σ’ αυτή τη γη της μοσχοβολιάς και της ομορφιάς. Στην δική μας γη, την γη των Ελλήνων.

Advertisements