Ετικέτες

, ,


γραφει ο αρισταρχος

shoes

«Μωρέ δεν τον  κόβω για έντιμο, κάτι περίεργο έχει πάνω του. Δεν τον βλέπεις που κοιτάει κάπως δεξιά κι αριστερά;»

«Καλά, εσύ όλη την μέρα ασχολείσαι με τέτοια. Τίποτε ενδιαφέρον για το πώς θα λύσουμε κάτι προβληματάκια που έχουμε;»

“Κοίτα τον κοίτα τον, περπατάει κάπως περίεργα. Ρε, κάτι έχει ο τύπος με το σκελετωμένο πρόσωπο και τα ξεβαμμένα μάτια. Θα πρέπει να βάφει και τα μαλλιά του. Μου θυμίζει κάτι ξεπεσμένους δήθεν καλλιτέχνες. Ού, ρε!”

“Σε βαρέθηκα, αν μπορούσα θα σε χώριζα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σε φόρτωσε ο Θεός σε μένα. Μάλλον θα πρέπει να είσαι το καρφί του. Σ’ αυτά που σε ρωτώ δεν απαντάς ποτέ. Μόνο δικά σου σχόλια κάνεις για να εξοστρακίζεις την λογική και παραγωγική μου σκέψη. Μου βάζεις συνεχώς ιδέες και βγάζεις συμπεράσματα που απάδουν του χαρακτήρα μου.”

”Λοιπόν μάγκα, κόψε τις αναθυμιάσεις και κοίτα τον τύπο τώρα που έφτασε στο ταμείο. Έβγαλε μια κάρτα από ΑΤΜ. Κόβω το κεφάλι μου ότι είναι άκυρη, ληγμένη ή εν πάση περιπτώσει χωρίς αντίκρισμα. Τι θέλει να καταφέρει; Έχει μεγάλη πλάκα, πρόσεχε.”

“Κοίτα που μ’ έκανε σαν τα μούτρα του και κάθομαι να παρακολουθώ χωρίς ιδιαίτερο λόγο έναν… κάποιον κύριο. Και μένα τι με νοιάζει αν είναι… ότι τέλος πάντων είναι. Υπάρχουν εντεταλμένα όργανα γι αυτή τη δουλειά. Νόμοι, αστυφύλακες, σεκιουριτάδες… Μπα κάτι πρέπει να κάνω με το παραφιλολογικό καταγώγι που έχω μέσα μου. Με έχει χαλάσει την καλή μου εικόνα σε φίλους και ξένους. Πετάγεται άσχετα και μου βάζει πράγματα στο στόμα που δεν τα θέλω. Συνωμοτεί με τις αισθήσεις μου και με εκμαυλίζει. Τέτοια πονηράδα…”

“Δες, η ταμίας του επιστρέφει την κάρτα. Την έβαλε στο μηχανάκι κάμποσες φορές και ‘κείνο σκούζει και φωνάζει χωρίς… στόμα. Χα, δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει στο μυαλό του. Μια σοκολάτα ενός ευρώ πήρε. Δεν έχει λεφτά; Τότε τι την ήθελε… Ά κοίτα, έβγαλε ένα ευρώ και της το δίνει. Γιατί μωρέ δεν της τόδωσες από την  αρχή; Μπαααααα! Κάτι άλλο κρύβει. Να, φεύγει… ”

“Ρε, πως μ’ έκανες έτσι. Εδώ και κάποιες γήινες ώρες… καλά στο μυαλό μου πήρες ένα λεπτό αλλά και πάλι δεν αλλάζει κάτι. Με έχεις μαγαρίσει τις σκέψεις μου και τη ζωή μου. Κόλλησες πάνω στον τύπο χωρίς λόγο και μου βάζεις ιδέες. Ά να χαθείς, ξόβεργο!”

“Νάτο! Δεν στάλεγα εγώ; Κάτι στραβό έχει πάνω του. Κοίτα τι φοράει, εκείνα τα παπούτσια στο καλάθι που άρεσαν και σε σένα και τσιγκουνεύτηκες τα λεφτά, παλιοματζίρη. Έβγαλε τα δικά του παπούτσια, που ποιος ξέρει τι σαβούρες ήταν, και φόρεσε τα καινούρια. Απασχόλησε την ταμία με την κάρτα για να αποσπάσει την προσοχή της, άλλωστε κανένας δεν κοιτάζει τι παπούτσια φοράς, και τώρα φεύγει με τα καινούρια παπούτσια και μια σοκολάτα με μονάχα ένα ευρώ! Ά τον κανάγια! Εμπρός κάρφωσέ τον. Άντε τι κάθεσαι, στον σεκιουριτά, στην υπάλληλο, στον… κάπου τέλος πάντων.”

“Σκάσε ρε που θα γίνω εγώ το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μέσα στο Super Market και θα με κοιτούν όλοι. Τι με πέρασες, σαν και σένα καρφί; Άλλωστε τι τα θέλεις αυτά, ού μπλέξεις. ”

“Ρε, σου μιλώ για εντιμότητα και σύ με αποπαίρνεις. Δεν καταλαβαίνω, από την μια το παίζεις υπεράνω και από την άλλη… μάλλον χέστης είσαι. Δες, έφυγε. Λούφαξε ρε, κάνε μόκο, μείνε στη σκιά. Σε όλα έτσι είσαι. Μια μυξοπαρθένα που κοιτάζει να περνάει όσο γίνεται απαρατήρητη, στην σκιά. Βγές στο φως και φώναξε αυτά που σου λέω. Γίνε ένα μαζί μου (παπαπαπα… ποτέ!), βλαχαδερό. ”

“Δεν ξέρω ίσως και νάχεις δίκαιο. Αλλά πάλι τι εμπιστοσύνη να σου έχω. Ένας δεύτερος, ακούς; Ένας δεύτερος εαυτός είσαι, όχι πρώτος. Ένα διαολάκι, ένα βρωμιάρικο καρφί. Και πρέπει να ζήσω μαζί σου μέχρι να πεθάνω. Το αστείο είναι πως εσύ, είμαι σίγουρος γι αυτό, θα ζήσεις και μετά από μένα  για να τυραννάς κάποιον άλλο. Όμως εγώ; Ώρες ώρες αναρωτιέμαι, αφού δεν τα βρίσκω με τον σατανά που έχω μέσα μου, πως θα τα βρώ με τους άλλους γύρω μου;”

Advertisements