Ετικέτες


γραφει ο αρισταρχος

Η κόκκινες παπαρούνες υπάρχουν για να θυμάσαι

papar1Τα Χριστούγεννα πέρασαν γρήγορα με πολύ κρύο. Ένα γιορτινό τραπέζι λιτό χωρίς ιδιαίτερα πράγματα. Ίσα ίσα για να καταριέται η μάνα τις γιορτές που έρχονται. Τις κατάρες τις είχε εδώ, στην άκρη των χειλιών της. Όσο την λάτρευε και την αγαπούσε άλλο τόσο την αντιπαθούσε  όταν την άκουγε να τις ξεστομίζει. Ιδιαίτερα όταν την έβλεπε να πηδάει με κείνα τα χοντροπάπουτσα πάνω στην φωτογραφία των πεθερικών της για να τους βρίσει που έφτιαξαν τέτοιο γιό. Ένα γιό που τον πήρε αυτή για άντρα της. Βλέπεις η ανάγκη. Πέθανε ο πατέρας της και τους άφησε μάνα με τρία ορφανά χωρίς μια στάλα εισόδημα. Μόλις έφευγε η μάνα από το σπίτι αυτός σήκωνε την ποδοπατημένη φωτογραφία και την καθάριζε, την ίσιωνε και την κρέμαγε στον τοίχο έτσι χωρίς κάδρο. Να μη την δει ο πατέρας του και τότε η βία θα έμπαινε στο σπίτι ανεξέλικτη. Θεέ μου πόσο πονούσε όταν τον έβλεπε να την χτυπάει. Τον μισούσε γι αυτό που της έκανε. Κι ύστερα όταν έμεινε μόνος πήγαινε μπροστά στο ταλαιπωρημένο κάδρο. Τον κοίταζαν ανέκφραστοι παππούς και γιαγιά αιχμάλωτοι στη φωτογραφία και ήταν σίγουρος πως άκουγαν την καρδιά του όταν τους έσφιγγε πάνω του για να τους πει πόσο πολύ τους αγαπούσε και πως δεν συγχωρούσε την μάνα του όταν τους έβριζε αλλά ούτε και τον πατέρα του όταν την έδερνε.

Σταμάτησε ο Μιχάλης να διηγείται και σκούπισε ένα ψιλοϊδρώτα που τούβγαινε στο μέτωπο. Τα μάτια του κατακόκκινα, υγρά. “Από χτες που τ’ άκουσα είμαι στις μαύρες μου” Δεν ξέρω τι ένιωθα εγώ αλλά σίγουρα μέσα μου ένα μεγάλο κενό γυρνούσε σαν ρουφήχτρα. Έπαιξε για λίγο με τα χέρια του και έπεσε βουβαμάρα. Είπε κάτι ακατάληπτο μέσα στα δόντια του και συνέχισε.

Αυτό το εργατόσπιτο είχε μια παράξενη μυρουδιά που όσο κι αν επιστράτευε τις οσφρητικές του αναμνήσεις δεν μπορούσε να την ταυτίσει με καμιά. Μέσα στο φτωχικό σαλόνι κρέμασε η μάνα ένα κάδρο. Ήταν ένα λιβάδι με προβατάκια χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Τα χρώματα ξανθισμένα και … ένα κάδρο με φτηνοκορνίζα χωρίς καμιά αξία. Γι αυτό της τόδωσαν, για να μη το πετάξουν στα σκουπίδια. Μια μέρα κόπηκε η κλωστή που το κρατούσε και έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα. Έσπασε το τζάμι σκίζοντας το χαρτί με την φωτογραφία. Έμεινε ο τοίχος άδειος. Σάμπως και που είχε το ξεβαμμένο τοπίο ήταν ωραίος;  Α ναι. Το καινούριο σπίτι είχε τουαλέτα μέσα. Δεν ήταν υποχρεωμένος, όπως στο παλιό, να τρέχει έξω στην άλλη άκρη του οικοπέδου. Είχε και ντουζιέρα για να λούζεται σαν άνθρωπος και όχι μέσα στην σκάφη. Βέβαια πάντα το νερό ήταν κρύο αλλά από το ολότελα… Αυτή η μυρουδιά όμως ήταν τόσο αποκρουστική, σαν να περίμενε κάποιον να την χρωματίσει.

Αρχές Μάρτη  και ο καιρός δεν έλεγε να στρώσει. Χιόνια και παγωνιές. Τα ξύλα στο εργατικό φτωχόσπιτο λίγα. Κλειστές όλες οι πόρτες και μονάχα στη μικρή κουζινούλα μια σομπίτσα ίσα ίσα που έσπαζε την παγωνιά. Τυλίχτηκε με μια ξεθωριασμένη κουβέρτα ο μικρός και περίμενε. Περίμενε νηστικός να ‘ρθει η μάνα με το φαγητό. Η μάνα όμως άργησε και ο ύπνος τον τύλιξε απαλά σε ένα αραχνοΰφαντο σεντονάκι  και βάλθηκε να τον σεργιανάει σε όμορφους παραδεισένιους τόπους. Μπορούσε να τρώει ότι ήθελε μπορούσε λέει να πετάει. Είδε τον παππού του και την γιαγιά του και ήταν όμορφοι. Όχι σαν την στραπατσαρισμένη φωτογραφία. Τον χάιδεψαν και κείνος από την χαρά του έτρεχε ασταμάτητα. Άπλωσε τα χέρια του και έγιναν φτερά και πέταξε κοντά σε κάποιο γλυκό φως που έρχονταν από ψηλά. Σχεδόν το άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του. Κι εκείνο μεμιάς έσβησε. Σκοτάδι γέμισε πηχτό. Κι αυτός άρχισε να πέφτει με δύναμη στη γη. Μαμά!

papar2Τον πήρε τρυφερά στην αγκαλιά της και ήρθε η μυρουδιά στα συγκαλά της. Γνωστή, γλυκιά, ευωδιαστή. Ξεπηδούσε από τον κόρφο της και ανάβλυζε μονάχα γι αυτόν. Θα την γνώριζε ανάμεσα σε όλες τις μυρουδιές του κόσμου. Έμειναν έτσι για αρκετή ώρα. Σε κάποια στιγμή του ψιθύρισε “πεινάς; Δυστυχώς φαγητό δεν περίσσεψε αλλά εγώ θα σου φέρω λίγο ψωμάκι να φας”. Ύστερα τον σκέπασε με την κουβέρτα και αθόρυβα χάθηκε.

Κόντευε εντεκάμιση βράδυ στον μικρό εργατικό συνοικισμό. Καταμεσής του χειμώνα και μέσα στο παγωμένο τοπίο μήτε σκυλί ξεμυτούσε. Μια κολώνα φορτωμένη με 110volt και μια λάμπα κρυμμένη μέσα σε ένα μεταλλικό πλεχτό έδινε μάχη με το σκοτάδι για να κρατήσει υποφερτά ένα κάποιο φως όπως μαστιγωνόταν από τις ριπές του χιονιού παρασυρμένες από τον δυνατό αέρα. Το σκυλόσπιτο δεμένο στην κολώνα, και ο σκύλος μόλις που γρύλισε λίγο και ύστερα ξανάχωσε το μουσούδι του στα μπροστινά του πόδια.

Μια ανθρώπινη σκιά πάτησε στο φρέσκο χιόνι και προχώρησε προς το σκυλόσπιτο. Πίσω από το μαύρο σάλι που τύλιγε το πρόσωπό της γυάλιζαν δυό μάτια γεμάτο φόβο και αγωνία. Έριξε μια γρήγορη ματιά τριγύρω και ύστερα έσκυψε και άρπαξε το μισοφαγωμένο από τον σκύλο ξεροκόμματο, το τίναξε από τα χιόνια και το φύσηξε. Τόχωσε βιαστικά στην ποδιά της και αθόρυβα χάθηκε στο σκοτάδι πίσω από την ανοιχτή αυλόπορτα. Μια κουρτίνα έκλεισε πίσω από κάποιο τζάμι και δυό μάτια, μάρτυρες της απρόσμενης κίνησης, ανοιγόκλεισαν βουρκωμένα. Αυτό πια δεν το περίμενε.

Σηκώθηκε πρωί πρωί ο κυρ- Αντρέας και άναψε τη σόμπα ρίχνοντας μέσα της μπόλικα κάρβουνα. Οι μπριγκέτες στραφτσάλιζαν στέλνοντας σπίθες και ζέστη. Έτριψε τα χέρια του στη ζέστα που έστελνε το καπάκι της σόμπας και ύστερα πήρε δυό βαθιές ρουφηξιές από το σέρτικο άφιλτρο τσιγάρο που κρατούσε. Γέμισαν οι καπνοί το κίτρινο απ’ το τσιγάρο μουστάκι και έβγαιναν σιγά σιγά. Ένα χρόνο είχε εδώ στην ερημιά, στα εργατικά. Φόρεσε τη χοντρή βραχία και πέρασε το κασκόλ γύρο από το λαιμό. Έβαλε χοντρές κάλτσες και άρβυλα. Φόρεσε και την τραγιάσκα με τις πέντε γωνίες και άνοιξε την πόρτα. Έξω ακόμα χιόνιζε και το σκοτάδι έδινε τις τελευταίες του αψιμαχίες παραδομένο σε ένα αχνό και γκρίζο χειμωνιάτικο φως. Κάτασπρο και αφράτο το χιόνι έτριζε κάτω από τις χοντρές του αρβύλες. Έπαιζαν οι νιφάδες με τα μουστάκια του, τας φρύδια του κι ύστερα με ένα βουβό θρόισμα τέλειωναν την ζωή τους στοιβαζόμενες η μια πάνω στην άλλη. Χοντρά τα χνάρια απ’ τις αρβύλες του διέγραφαν προδοτική πορεία για τον φούρνο του κυρ-Παναγιώτη.

papar3Ο χειμώνας φέτος φαινόταν αγριεμένος και τα κάρβουνα όσο πήγαινε και λιγόστευαν. Τα χρήματα περιορισμένα και φοβόταν πως δεν θα του έφταναν μήτε ως το τέλος του Μάρτη. Άντε καλά εγώ, συλλογίστηκε, αλλά αυτοί οι δύσμοιροι απέναντι πως την βγάζουν χωρίς θέρμανση. Γύρισε στο μυαλό του πάλι η χτεσινή εικόνα  με το μισοφαγωμένο απ’ το σκυλί ψωμί και ανατρίχιασε. Αυτό τον έκανε να περπατήσει πιο γρήγορα. “Καλημέρα!” είπε τινάζοντας από πάνω του το χιόνι και πρόσθεσε “Διαβολόκαιρος. Κυρ-Παναγιώτη πιάσε δυό ψωμιά άσπρα”  “Καλημέρα κυρ-Αντρέα. Λίγο πρωί δεν ήρθες; Δεν έχεις ύπνο; Τι χιόνι βρε παιδί μου δεν θα μας αφήσει ούτε τα παλούκια”. Κι όπως τάλεγε έσκασε στα γέλια αφήνοντας να φανούν τα χρυσά δόντια που στόλιζαν το στόμα του. “Τι θα τα κάνεις δυό ψωμιά;” ρώτησε “έχεις μουσαφίρηδες;” Ο άλλος κούνησε το κεφάλι του χωρίς νόημα. Πλήρωσε τα ψωμιά και βγήκε στο κρύο.

Πάνω και δίπλα στο κολωνάκι της αυλόπορτας, ένα ψωμί και μισό τσουβάλι κάρβουνα. Τα βρήκε πρωί πρωί η δόλια μάνα και τότε κατάλαβε πως την είδαν μάτια όταν έκλεβε από τον σκύλο το ξεροκόμματο. Κι αυτό την πονούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο. Η καταρράκωση της αξιοπρέπειάς της. Η ισοπέδωση της προσωπικότητάς της. Κοίταξε προς το μέρος του σπιτιού που ήταν ο σκύλος. Ήξερε πως ένα ζευγάρι μάτια την παρακολουθούσαν πίσω από τις κουρτίνες. Ήταν σίγουρη πως ο “ευεργέτης” της θα κατάλαβε το ευχαριστώ που έστελνε το φυλλοκάρδι της. Γύρισε και περπάτησε προς την είσοδο του σπιτιού με κατεβασμένο κεφάλι. Τα δάκρυά της είχαν στερέψει από καιρό. Η περηφάνια της και ο ατίθασος χαρακτήρας της είχαν γονατίσει από πολύ καιρό. Δυό πράγματα απέρριψε στην ζωή της. Την αυτοκτονία και τον χωρισμό. Τώρα πλήρωνε αδρά και για τα δύο.

Τα επόμενα έξη χρόνια πέρασαν σχεδόν στο ίδιο μοτίβο. Μπήκε στην εφηβία, έγινε μαθητής πρώτης Λυκείου. Και τότε για πρώτη φορά ονειρεύτηκε. Πως μπορεί νάταν η ζωή του αργότερα και τι θα αποφάσιζε να γίνει. Πήρε τις αποφάσεις του που η συνισταμένη τους ήταν μία. Έπρεπε να γίνει ο μαθητής της πρώτης τριάδας. Έβαλε το κεφάλι του κάτω διάβασε, ρώτησε, προσπάθησε. Τέλος της χρονιάς και στη σειρά ήταν δέκατος πέμπτος. Νίκη, αν υπολογίσεις πως όταν άρχισε η χρονιά ήταν… πεντηκοστός. Η επομένη χρονιά θα ήταν ο θρίαμβός του αλλά… άλλαι αι βουλαί ανθρώπων άλλα ο Θεός κελεύει ! Την επόμενη χρονιά κλήθηκε να την ζήσει μακριά σε άλλη πόλη, σε άλλο σχολείο, με άλλους συμμαθητές και άλλους καθηγητές. Στην μεγαλούπολη.

Η ανεργία και η φτώχεια μάστιζε την επαρχία. Η περιφέρεια αφυδατωμένη, σκοτωμένη. Το χρήμα δυσεύρετο και στα χωριά έπαιζε σύστημα κλήρινγκ. Πάρε ένα αυγό φρέσκο φρέσκο και δώσε μου ένα παγωτό. Πάρε δυό κιλά μαρούλια και δώσε μου δυό ψωμιά. Η δουλειά και το χρήμα μαζεύτηκαν στις δυό μεγαλουπόλεις. Ξεκίνησε η μεγάλη εσωτερική μετανάστευση παράλληλα με την εξωτερική. Δράματα παιζόντουσαν σχεδόν σε όλα τα σπίτια και η πείνα μετριάζονταν κάπως με την βοήθεια της ΟΥΝΤΡΑ. Έτσι έστειλε τον δεκαεξάρη πια μικρό στην μεγάλη πόλη, μια βραδιά πάνω σε ένα φορτηγό να βρει τα μεγαλύτερα αδέλφια του. Λίγες μέρες αργότερα ήρθε κι αυτή, και ο πατέρας. Μαζεύτηκε η οικογένεια κάτω από άλλες συνθήκες, κάτω από άλλα δεδομένα. Τα πάντα άλλαξαν προς το καλύτερο.

Πανδαμάτωρας ο χρόνος στρογγυλεύει όλες τις γωνίες, ημερεύει όλα τα πάθη, ηρεμεί… τ’ ανήμερα. Γέρασαν οι γονείς μεγάλωσαν τα παιδιά. Ο πατέρας άφησε χρόνους, το ίδιο και οι θείοι. Ξέμεινε η μάνα με ανήκεστες ψυχοσωματικές βλάβες στα χέρια του γιού, πάντα έτσι ήταν. Μαζί μοιράστηκαν την περισσότερη ζωή τους. Στα καλά και στα κακά, και τώρα…

papar4Κρατούσε σφιχτά το σκελετωμένο της χέρι όπως τότε που της πετούσαν τα ρούχα από το παράθυρο σε μια απάνθρωπη ιδιότυπη και βίαια έξωση. Μόλις που ένιωθε την ανάσα της. Ήταν ήρεμη, ακίνητη. Την έβλεπε με βαρύ κεφάλι και βουρκωμένα μάτια. Ένιωθε τον χάρο που τριγύριζε έτοιμος για την τελευταία πράξη της ζωής της. Πέρασαν όλα μπροστά από τα μάτια του από τότε που ένιωσε την παρουσία της μέχρι σήμερα. Μια ζωή πόνο, μια ζωή μιζέρια και υποτέλεια σε ότι αποσυναρτούσε την αξιοσύνη και την αξιοπρέπειά της. Τον συνέφερε ένα  χτύπημα των δακτύλων της από ακούσιο(;) τράβηγμα των τενόντων της. Τα χείλια της κινήθηκαν. Ο γιός τέντωσε τ’ αυτιά του. Μόλις που ακούγονταν η φωνή της. Έσκυψε πάνω της ψυθιρίζοντας “Μάνα, μ’ ακούς;” Αδύναμη η φωνή της. “Φεύγω! Σ’ αγαπώ. Η χειρότερη μέρα της ζωής μου, ακούς, ήταν τότε που μου πέταξαν τα κουρέλια από το παράθυρο. Πόσο ντρέπομαι Θεέ μου, σχώρα με.” Κάρφωσε τα γαλάζια της μάτια στη γωνία και πήρε δυό βαθιές ανάσες. Την Τρίτη δεν μπόρεσε να την πάρει ποτέ. Έφευγε από αυτόν τον κόσμο διαγράφοντας μια δική της τροχιά που τώρα θα διαλύονταν για να χαθεί σαν χρυσόσκονη στο άπειρο. Η χρυσή κλωστή με το παρελθόν μόλις είχε κοπεί.

“Σχωρεμένη νάσαι μάνα. Καλό σου ταξίδι” 

Σταμάτησε τη διήγηση ο Μιχάλης μ’ ένα λυγμό και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα σκούπισε και άφησε το κεφάλι του να πέσει. Έμεινε για λίγο σ’ αυτή τη περίεργη στάση και ύστερα σηκώθηκε. “Φεύγω. Δεν μπορώ να σου πω περισσότερα γιατί είναι σαν να τα ζω εγώ. Τι τα θες, άνθρωπο βλέπεις τι σέρνει πίσω του δεν ξέρεις”

Μου χαμογέλασε αδιόρατα και χάθηκε πίσω από την πόρτα. Έμεινα να κοιτάζω την θάλασσα που δεν έβλεπα. Μπρος μου κείτονταν ακόμα η νεκρή. Αυθόρμητα ψέλλισα “Καλό σου ταξίδι, μάνα!”

Έφυγα βιαστικά όσο μπορούσα. Ήθελα να φτάσω όσο γινόταν πιο γρήγορα κοντά στα παιδιά μου και την γυναίκα μου.

Advertisements