Ετικέτες


γραφει ο αρισταρχος

Η κόκκινες παπαρούνες υπάρχουν για να θυμάσαι papar1

Πανέμορφος μπροστά μου μέσα από την τεράστια τζαμαρία απλώνονταν ο Θερμαϊκός σφιχταγκαλιασμένος με την ερωμένη του πόλη κι από πάνω ένας φωτεινός ήλιος στραποβολούσε σε ότι μεταλλικό ή γυάλινο άγγιζε. Δυό φορτηγά πλοία αρόδο, μια τεμπέλικη φορτηγίδα και δυό βάρκες όλος ο διάκοσμος στην ήρεμη θάλασσα. Αναπαυτική η πολυθρόνα και ο καφές αχνιστός παρέα με τον φίλο μου τον Μιχάλη στο στέκι μας κάπου στο Καράμπουρνου.  Τράβηξα μια χοντρή ρουφηξιά για να ξύσω τους γευστικούς μου αδένες με άρωμα καφέ. Μισόκλεισα τα μάτια για να επικεντρώσω στο οπτικό μου πεδίο όλη την όμορφη εικόνα και φιλοσόφησα. “Μιχάλη… δόξα το Θεό που υπάρχουμε, φίλε, και απολαμβάνουμε έστω ένα καφέ με ηρεμία μπροστά σε κάτι πολύ όμορφο”. Κούνησε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά και μουρμούρισε “Δεν ξέρω ποιος καθορίζει ρε φίλε την τύχη του καθενός και με τι κριτήρια αλλά είναι να απορείς που άνθρωποι με την γέννα τους ακολουθούν μια πορεία όχι απλά άτυχη αλλά εντελώς γκαντέμικη.  Λες και τους το φύλαγε για αμαρτήματα που τυχόν έκαναν σε μια άλλη, προηγούμενη ζωή ” Καρφώθηκε στο άπειρο και συνέχισε σαν νάβλεπε κάτι που ήταν αόρατο στα δικά μας μάτια.
Χτες η θεία μου η Θάλεια, την ξέρεις, εκείνη με τα χοντρά κόκκινα μυωπικά γυαλιά, η γριούλα… Μας διηγιόταν μια ιστορία για κάποια φίλη της… ήταν εκεί και η αδελφή μου η Στέλλα. Τα έλεγε η Θεία τόσο γλαφυρά θαρρείς και τα ζούσε. Μας έκανε να κλάψουμε κι οι δυό ώστε να νιώθω σήμερα, αυτή τη στιγμή, ένοχος που απολαμβάνω μαζί σου έστω αυτόν τον καφέ σε ένα ζεστό και όμορφο περιβάλλον. Ξεκίνησε η γριά με τα υγρά μάτια και τα κόκκινα μάγουλα την εξιστόριση κι εμείς κάναμε σκαλομαρία στα χείλη της… και τόχει η άτιμη να χρωματίζει τα πάντα και να τα ντύνει με χειρονομίες, ιδρώτα και δακρυϊκές εκκρίσεις.  Έλεγε για κάποιο δεκάχρονο παιδάκι που…

Στεκόταν εκεί πίσω από το τεράστιο γερασμένο καραγάτσι και με τα δεκάχρονα γαλάζια του μάτια γεμάτα δάκρυα κατέγραφε καρέ καρέ την σκηνή που θα ριζώνονταν στις συνάψεις του εγκεφάλου του σαν την χειρότερη ανάμνηση της ζωής του. Ανοιχτό το παράθυρο κι από μέσα ερχόταν θυμωμένη, άγρια η φωνή της θείας του που με ακατάληπτα λόγια και βρισιές πετούσε απ’ το παράθυρο έξαλλη τα φτωχικά στρώματα, σκεπάσματα και λιγοστά ρούχα της μάνας του. Σκόρπιζαν καθώς έπεφταν  στην υγρή αυλή αποκαΐδια μιας μίζερης ζωής. Κι από κάτω, καθισμένη  στη μικρή σκάλα που οδηγούσε στο μακρόστενο κουζινάκι η  ίδια του η μάνα με χωμένο το κεφάλι στις δυό της παλάμες σε ένα βουβό αναφιλητό που τράνταζε τις πλάτες της. Μια άγρια απελπισία απέναντι σε μια περίεργη μοίρα που την έριχνε στα τελευταία σκαλοπάτια του εξευτελισμού. Μια βίαια όσο και απάνθρωπη έξωση αντίθετη σε κάθε έννοια αξιοπρέπειας Τα δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια του αυθόρμητα χωρίς να νιώθει κάποιο ξεχωριστό συναίσθημα. Μέσα του άδειος με μοναδικό ένα ερώτημα. Γιατί; Τι τους έκανε και άξιζε αυτής της ταπείνωσης. Δεν τους φρόντιζε καλά; Τους καθάριζε, τους έπλενε, τους σιδέρωνε. Αδελφό, αδελφή και γριά μάνα. Όλες οι δουλειές περνούσαν από τα χέρια της. Ταυτόχρονα ντάντευε τα παιδιά της, τον άντρα της και έτρεχε σπάζοντας τα πόδια της να φτάσει στο καπνομάγαζο για κανένα μεροκάματο. Εκεί στη διαλογή των καπνών. Για να την φέρνουν τις περισσότερες φορές λιπόθυμη από την πείνα. Σκούπισε τα μάτια του και πλησίασε. Κάθισε ήρεμα δίπλα της και της χάιδεψε το κεφάλι. Αυτή άπλωσε το χέρι και έσφιξε το δικό του. Πέρασε ο πόνος και η αγωνία της μέσα από τα σφιχτά πιασμένα χέρια μέσα στο δικό του είναι και τον πόνεσε τόσο πολύ που ήταν πια αδύνατο να κρατήσει το κλάμα. Έμειναν έτσι μάνα και γιός ίσως και ώρες, ποιος ξέρει, με τα σεντόνια να ανεμίζουν σκαλωμένα στη μεγάλη και προκομμένη ροδιά σπρωγμένα από έναν αναίτια λυπημένο Σιρόκο που έβγαινε τσάρκα στα απογευματινά σοκάκια της πόλης. Ζεστός ξεκινούσε ο Μάης φέρνοντας μαζί του καλοκαιρινές υποσχέσεις. Μόλις χτες η πρωτομαγιά και η χαρά μεγάλη με λουλούδια, στεφάνια ψωμί κι ελιές. Κι ύστερα ξαφνικά όλα άλλαξαν.

-Να φύγεις. Να πάς στο σπίτι σου. Ούρλιαζε η αδελφή κουνώντας το δάχτυλο.

Κι εκείνη έσκυψε το κεφάλι. Ήξερε τι σήμαινε αυτό. Φτώχεια και ανείπωτη πείνα. Το σπίτι της… Τους έτυχε ένα εργατικό στην άλλη άκρη, έξω από την πόλη. Δυό κρεβάτια, ένα ντιβάνι και τέσσερις ψάθινες καρέκλες με ένα τραπέζι φτιαγμένο από τα χέρια του παππού απ’ την Αμερική. Αλλά δεν ήταν αυτό. Ήταν που θα κόβονταν το μπακράτσι. Εκείνο το αλουμινένιο δοχείο που έφερνε ο αδελφός μεσημέρι βράδυ με αν και ότι περίσσευε από την λέσχη που δούλευε μάγειρας. Χωρίς αυτό και χωρίς λεφτά η πείνα θα ήταν μια θλιβερή πραγματικότητα. Και δεν την πείραζε γι αυτήν καθόλου αλλά για τον δεκάχρονο γιό της νοιαζόταν. Ο άντρας της, μια ζωή άνεργος. papar2Τα πράγματα χώρεσαν στο ένα τρίτο μιας καρότσας ενός φορτηγού. Ύστερα, κρυμμένοι μάνα και γιός στα παραπέτα της καρότσας, έφυγαν για την άλλη άκρη της πόλης. Έσφιγγε το μικρό επάνω της και προμάντευε την μιζέρια που ερχόταν με δύναμη κατ’ επάνω τους. Ψηλά τα παραπέτα και το μόνο που έβλεπαν τα ματάκια του ήταν ένας όμορφος καταγάλανος ουρανός που όμως δεν έδινε καμιά υπόσχεση και για τίποτα. Μια τεράστια λακκούβα και… άνθρωποι, πράγματα πήδηξαν ψηλά σαν απάνθρωπο ξυπνητήρι. Ακούστηκαν οι στριγκλιές από τα φρένα καθώς η αδράνεια τους κόλλαγε πάνω στο μέταλλο της καρότσας. Είχαν φτάσει. Κοιτάζονταν στα μάτια και δεν αποκοτούσαν να σηκωθούν. Ένιωθαν, θαρρείς, και είχαν μαζευτεί εκεί όλα τα πρόσωπα των κατοίκων της γης για να τους περιεργαστούν, να τους ξεγυμνώσουν. Ποιοι είναι, από πού έρχονται, δουλεύουν, πόσα παίρνουν, αξίζουν κάτι… Η αξιολόγηση, η διαλογή! Τα υπόλοιπα για αργότερα. Μια γνώριμη φωνή από κάτω τους έβγαλε από την νάρκη τους…

Πρότυπος με μονοκατοικίες ενωμένες ανά δύο ο καινούριος εργατικός συνοικισμός άργησε να κατοικηθεί γιατί έπεφτε λίγο μακριά από το κέντρο της πόλης. Και οι κάτοικοι, όλοι εργάτες,  οι περισσότεροι άνεργοι, φτωχοί. Εκεί μέσα στους άδειους τοίχους του εργατοσυνοικισμού θα πάλευαν οι κάτοικοι να χτίσουν την ζωή τους και να χρωματίσουν λίγο από το γκρίζο που τους έπνιγε. Ένα μακρόστενο σαλονάκι με τεράστια τζαμαρία, δυό συνεχόμενες καμαρούλες, ένα μικρό κουζινάκι και μια τουαλέτα. Ναι, μια τουαλέτα μέσα στο σπίτι, και είχε και ντουζιέρα. Βέβαια μόνο κρύο νερό είχε αλλά ήταν μια ντουζιέρα! Δυό μικρά εσωτερικά μπαλκονάκια μπρος πίσω και μια μικρή αυλή που αγκάλιαζε τις τρεις πλευρές του σπιτιού. Ήταν γωνιακό και είχε τον σημαδιακό αριθμό 1! Υπό συνθήκες κανονικές μάλλον θα έμοιαζε με παλατάκι. Κι ας ήταν μακριά από το κέντρο της πόλης, κι ας ήταν στην ερημιά. Εκεί έσπασε όμως η οικογένεια στα δύο. Στο τέλος έμειναν μόνοι τους η μάνα και ο γιός για να περάσουν τα υπόλοιπα έξη χρόνια στην πείνα και την εγκατάλειψη με μόνη παρηγοριά λίγο περίσσευμα από ένα μικρό δοχείο φαγητού, το περίφημο μπακράτσι.

Συνήθως το κονάκι του σπιτιού ήταν το μικρό κουζινάκι με το ορθογώνιο παράθυρο χτισμένο ψηλά. Κι ως καθόταν κουλουριασμένος στο ντιβάνι μπορούσε να δει με τα φωτεινά γαλάζια του μάτια μόνο τις αποχρώσεις του ουρανού. Κι όταν το βράδυ έπεφτε το σκοτάδι περίμενε παρέα με τον φόβο την μάνα να φέρει μερτικό απ’ το μπακράτσι για να κορέσει την πείνα του. Κι αυτό γινόταν αργά μετά τις έντεκα και μισή το βράδυ. Σκιές περνούσαν μπροστά από το ορθογώνιο παράθυρο, μάγισσες ντυμένες στα μαύρα χανόντουσαν στο σκοτεινό τζάμι. Και όσο και αν νύσταζε και βάραιναν τα βλέφαρα ο φόβος τα κρατούσε ανοιχτά μέχρι εκεί που άντεχε. Ύστερα ξεχνούσε την πείνα του και παραδίνονταν στου Μορφέα τα γούστα. Πολλές φορές έπαιρνε μαζί του κι ένα κουτάλι σαν τον… μουζίκο, που τούλεγε ο πατέρας του, που ονειρεύτηκε μια φορά ένα πιάτο αχνιστά φασόλια αλλά δεν είχε κουτάλι να τα φάει. Έτσι, τον έπαιρνε ο ύπνος νηστικό κάτω από το φως μιας λάμπας είκοσι κεριών ανάμεσα στα τέσσερα ντουβάρια μιας κουζίνας στερημένης από μυρουδιές και μαγειρέματα. Ποτέ του δεν ονειρεύτηκε μια καλύτερη ζωή μέσα σ’ αυτά τα ντουβάρια. Ένιωθε σα να μη τους ήθελε το σπίτι. Άλλες φορές πάλι δεν κάθονταν να παίξει με τους καινούριους του φίλους και έφευγε στο παλιό σπίτι με την τσάντα παραμάσχαλα για να διαβάσει και να φάει. Αργά το βράδυ χωμένος κάτω από την μασχάλη της μάνας του, μισοκοιμισμένος, θα έπαιρνε το δρόμο για το εργατικό σπίτι. Μακρύς και σκοτεινός αυτός ο δρόμος. Με τα πόδια ήθελε κοντά στη μια ώρα. Μεσολαβούσαν χωράφια και φάρμες και σκυλιά που ούρλιαζαν γιατί τους χαλούσαν την ηρεμία. Η τριανταοκτάχρονη μάνα με το δεκάχρονο αγόρι σφιχτοί ο ένας πάνω στον άλλο περπατούσαν μέχρι να φανεί η εξοχική ταβέρνα.  Φάρος στο μεσονύχτι να ενθαρρύνει τους δυό ναυαγούς να συνεχίσουν και ύστερα… ν’ ακούσουν. Ένα τεράστιο woofer απ’ το juke-box με την δυνατή και καθαρή φωνή του Καζαντζίδη, να θρηνεί την ξενιτιά και τους ξενιτεμένους. Αυτή ήταν η καθημερινή πραγματικότητα που την προφήτευε η μάνα από τότε που τους έλαχε στον κλήρο αυτό το εργατικό και τελικά δεν μπόρεσε ποτέ να αποφύγει.

Εκείνο το μεσημέρι γύρισε με τα χέρια της άδεια. Το μπακράτσι, δυστυχώς, είχε λίγο φαγητό και δεν περίσσεψε για την μάνα και τον μικρό ούτε μια κουταλιά. Τον κοίταξε πικραμένη στα μάτια. Πήρε βαθιά ανάσα και του είπε “Έχω λίγο αλευράκι. Θα το ζυμώσω και θα δούμε τι θα το κάνουμε”. Το έπλασε και ύστερα το άπλωσε πάνω σε ένα ηλεκτρικό μάτι. Το μοναδικό ηλεκτρικό που υπήρχε στο σπίτι. Δώρο του εργολάβου που έμεινε εκεί όσο κράτησε η κατασκευή των εργατικών. Βγήκε μια πιτούλα ψημένη. Την είδε ο μικρός και άστραψαν τα μάτια του. Το στόμα του γέμισε σάλια και το στομάχι του κήρυξε ημέρα χαράς. Έφαγε τις δύο από τις τρεις και την άλλη την άφησε για την μάνα του. Η αλήθεια είναι πως του κάθισε λίγο άβολα στο στομάχι. Σε λίγο ένιωθε πως αυτός ο πολτός είχε κάνει μπλόκο σε όλο το γαστρεντερικό του. Ήθελε να το βγάλει αλλά στεκόταν αδύνατο. Τον κράταγε η μάνα από το μέτωπο κι εκείνος λιγωνόταν με την γλώσσα απ’ έξω. Έγινε μπλάβος και η μάνα άρχισε να τον πιέζει και να τον χτυπά στην πλάτη ώσπου τόφτυσε. Μια περίεργη μάζα σαν ξεραμένη ψαρόκολλα. Οι μήνες πέρναγαν ο ένας μετά τον άλλο. Μαζί τους πέρασε και το καλοκαιράκι και ξανάρχισε το σχολείο. Στις διακοπές από την πρώτη κιόλας μέρα δούλεψε για τρεις μήνες σε ένα εργαστήριο χρυσοχοΐας. Κατάφερε να γεμίσει το στομαχάκι του με φαγητό αλλά τώρα που ξανάρχιζε το σχολείο ξανάρχιζαν και τα βάσανά του. Ο πατέρας πάντα άνεργος. Το καινούριο εργατικό σπίτι είχε καταντήσει ψυχολογικά τόπος εξορίας. Συνεχίζεται…

Advertisements