Ετικέτες


γράφει ο πασχάλης

naniΛοιπόν, κάθε μέρα έχεις ένα αγγελούδι ενάμιση χρόνου με κατάξανθα μαλάκια και πολύ γλυκά χαρακτηριστικά που σε παρακολουθεί χωρίς να βγαίνεις καθόλου από το οπτικό του πεδίο. Πιάνει  όλες σου τις κινήσεις, και μια και λύθηκε η γλωσσίτσα του τις μεταφράζει, αυτές τις κινήσεις, μονολεκτικά με χαριτωμένες λεξούλες. “παππούκα, παπουλό!”. Κι εσύ κουμπώνεις το μπλε σου πουκάμισο, το… παπουλό. Κι ενώ φοράς το παντελόνι σου φωνάζει γεμάτος ενθουσιασμό “Τζήν!” Κι έρχεσαι δεύτερος, γιατί ένας έρημος και μόνος καουμπόης Κηλαηδόνης το κατέγραψε πρώτος και τόκανε τραγούδι.

Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά… έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα… Αχ βρε Νιόνιο πόσους παλμούς του Έλληνα έχεις πιάσει. Τα ξέρει όλα! Πότε είσαι στανχωρημένος, πότε χαρούμενος, ποια είναι τα παπούτσια σου, τα ρούχα σου, που βρίσκεται κρυμμένο εκείνο το παιδικό σοκολατάκι… και απαιτεί. Ναι απαιτεί, τώρα μάλιστα που έμαθε τι σημαίνει ναι και τι σημαίνει όχι. “Παππού, αμό!” Κι αφού πιεί δυό γουλιάς χυμό έρχεται η σειρά για νερό “παππούκα, νιό! ”

Και αφού φάει και αφού πιεί πάει και στέκεται αμίλητος και σκοτεινός σε μια γωνιά βγάζοντας αγκομαχητά. Η μάχη με το έντερο. Θα γεμίσει μοσχοβολητά τον κόσμο και αφού τον καθαρίσει η γιαγιά του θα σου προσφέρουν τον ανεκτίμητο θησαυρό όμορφα τυλιγμένο σε μια πάνα ζεστή για να πάρεις κι εσύ μέρος στην… τελετουργία. Εδώ, περιέργως όλα γίνονται από μέρος του στο μουγγιτό. Ντρέπεται; Ά μπα, όχι! Απλά, είναι πολύ προσωπική του υπόθεση και δεν σας εμπλέκει.

Όλα επάνω του είναι μικρά, τρυφερά, ζεστά. Τρέχει με τα μικρά του ασταθή ποδαράκια και στο πρώτο μπέρδεμα κουτρουβαλάει αρτσούμπαλα. Περιμένει σιωπηλός για λίγο. Ζητάει λίγο από την αγάπη σου για το “ατύχημα”, να τον σηκώσεις, να τον χαϊδέψεις. Ύστερα πάλι στην τρεχάλα ώσπου να κουραστεί και να σου απλώσει τα μικρά του χεράκια. “Γκαλιά!”. Τον παίρνεις τρυφερά στην αγκαλιά σου και βολεύεται με απίστευτη άνεση πάνω στα χέρια σου για να σε κοιτάξει με τα μπλε του ματάκια σ’ ένα βουβό “νάνι”.

Βγαίνει αυθόρμητο από μέσα σου και με τόση γλύκα, ενώ τον λικνίζεις. “Νάνι, νάνι και παράγγειλα στην πόλη τα προικιά σου… μικρό μικρό σου τόδωσα… κοιμήσου αγγελούδι μου γλυκά με το τραγούδι μου…”. Κλείνουν τα βλέφαρα σε έναν ήρεμο αγγελικό ύπνο και συ κρατάς στα χέρια σου ένα τόσο δα εύθραυστο πλασματάκι που ακόμη και αυτή η εναπόθεση πάνω στο μαλακό στρωματάκι του έχει την τελετουργία του. Τον σκεπάζεις απαλά απαλά και ύστερα τον σταυρώνεις νάχει ύπνο καθαρό και Θεϊκό. Θα ρίξεις και συ το χασμουρητό σου γιατί το νανούρισμα σε έβαλε σε θέση ύπνου.

Κάθεσαι και σκέπτεσαι πως αυτά τα ξανά-έζησες σαν ένα deja vu με τα δικά σου παιδιά τότε που ήσουνα νέος. Γιατί δεν είχαν την ίδια γλύκα όμως; Την ίδια τρυφεράδα, την ίδια συγκίνηση; Είναι θέμα χρόνου όλα. Τότε ζούσες στις υψηλές ταχύτητες και δεν υπήρχαν περιθώρια χρωματισμού στις συγκινήσεις. Σε κυνηγoύσε η ζωή, η νιότη. Τώρα, όλα πέρασαν σε αργή κίνηση. Οι φυσικές αντιδράσεις αργοπορούν, ο χρόνος επιβραδύνεται. Και σ’ αυτή την επιβράδυνση έχεις το χρόνο να δεις λεπτομέρειες που σου ξέφυγαν. Να προλάβεις συναισθήματα που βγαίνουν άφθονα.

Πάντα εύστοχη η σοφία του λαού “του παιδιού μου το παιδί, δυό φορές παιδί”. Έτσι είναι. Δυό φορές, ίσως και περισσότερες. Και αν είχαμε και λίγο περισσότερη υπομονή και αντοχή θάταν ακόμη καλύτερα.

Advertisements