Ετικέτες

, , ,


γράφει ο Πασχάλης Μωυσιάδης

Στα κορίτσια του Πασχάλη, του εργοδηγού…

“ Ήπιε δυό γουλιές από το μαύρο πράγμα που η μηχανή που το πούλαγε τόλεγε καφέ”

Φωτό. Άρης Παπαδόπουλος

Φωτό. Άρης Παπαδόπουλος

Τ’ αφτιά συνηθίζουν γρήγορα στον δυνατό θόρυβο και σε λίγο τον ξεχνούν. Κλείνεται ο άνθρωπος στον εαυτό του και την δουλειά του για ν’ ακούει στην παρά φύση ησυχία μονάχα τους χτύπους της καρδιάς του και τις φωναχτές του σκέψεις. Έτσι συγκεντρώνεται καλύτερα και αποδίδει. Αυτή η φιλοσοφία άνθισε και στα μπουζουξίδικα με τα πολλά ντεσιμπέλ για να κλείνεται ο θαμώνας στον εαυτό του και να καταναλώνει.  Αν ξαφνικά ο θόρυβος σταματήσει το μέσα του γίνεται εκκωφαντικό. Τότε καταλαβαίνει τι ήταν αυτό που τον ενοχλούσε και δεν το προσδιόριζε. Αυτό το πράγμα γίνονταν εκείνη την ώρα. Η μεγάλη ηλεκτροβόρα βιομηχανία με τις δυό απευθείας γραμμές υψηλής τάσης από Άγρα και Πτολεμαϊδα σταματούσε από πτώση ρεύματος. Σε ένα λεπτό την μεγάλη σιωπή που απλώθηκε σε όλο το εργοστάσιο την έσπασε η σειρήνα και την φώτισαν υποτυπωδώς τα ζεύγη βοηθητικών λαμπτήρων της ασφάλειας για να μην βυθιστεί το εργοστάσιο στο απόλυτο σκοτάδι.

Αυτό είναι ένα από τα χειρότερα σενάρια, μετά τη φωτιά, σε τέτοια εργοστάσια γιατί οι τανύσεις, οι εφελκυσμοί και οι παραμορφώσεις που εφαρμόζονται πάνω στην λαμαρίνα είναι ασύλληπτες. Στο απότομα σταμάτημα οι δυνάμεις αντιστρέφονται με αποτέλεσμα την μεγάλη φθορά των ρόλων που είναι πανάκριβοι.

Με το σταμάτημα πετάχτηκε όρθιος άπ’ το γραφείο ο Πασχάλης ρίχνοντας όλο τον καφέ επάνω του. Άρπαξε ένα φακό μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο και όρμησε στην πόρτα. Έβγαλε μια φωνή προς την έξοδο της γραμμής στο χειριστήριο του Λάκη και έφυγε τρέχοντας στο ημίφως προς την έξοδο του κτιρίου. Έπρεπε να πάει αμέσως στο κτίριο παραγωγής ειδικού αερίου για τους φούρνους (ΗΝΧ) να κλείσει κάποιες βάνες. Τα κατάφερε με την βοήθεια του φακού να φτάσει μέχρι την πλαϊνή πόρτα και να βγεί έξω. Ο κρύος δυνατός αέρας τον χτύπησε στο πρόσωπο. Χωρίς να περιμένει και κάτω από το φως των άστρων έτρεξε προς τον σκοτεινό όγκο του ΗΝΧ. Ήταν ένα πανύψηλο κτίριο(φαίνεται στα δεξιά της φωτογραφίας) εξ ολοκλήρου μεταλλική κατασκευή γεμάτο με σωλήνες, αντλίες, δεξαμενές και ότι μηχανικό εξοπλισμό βάλει ο νους σου. Στο δάπεδο φρεάτια σκεπασμένα με σχάρες που οι περισσότερες ήταν ξεχασμένες ανοιχτές. Σαν περπατούσες έπρεπε να έχεις το μυαλό σου σ’ αυτές για να μη σπάσεις κανένα πόδι. Η τεράστια συρόμενη πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή γιατί ο μηχανισμός που την έκλεινε ήταν εκτός λειτουργίας και με τα χέρια ούτε που κουνιόταν.

Έτσι που στεκόταν μπροστά της ο Πασχάλης του φαινόταν σαν τεράστιο ανοιχτό στόμα να σε καταπιεί. Μέσα το σκοτάδι έσπαζε από μια χαμηλού φωτισμού λάμπα από μπαταρία. Καθώς την κοίταζε σκέφτηκε, “καλύτερα να ήταν κλειστή”  Έτσι που έριχνε το ασθενικό της φως δημιουργούσε σκιές που μαζί με τους τριγμούς του αέρα και τις συστολο-διαστολές των σωλήνων δημιουργούνταν ένα Χιτσκοκικό σκηνικό που τον τρόμαζε. Kοίταζε με δέος το σκοτεινό εσωτερικό. Δεν τα πήγαινε καλά ήταν αλήθεια και με τα μεταφυσικά και ήρθε κι έδεσε το γλυκό. Τώρα δεν μπορούσε να καταλάβει αν το μπουμπούκιασμα πάνω στο δέρμα του ήταν από τον κρύο αέρα ή από κάτι άλλο. Όλα μέσα του σίγασαν καθώς προσπαθούσε να μαζέψει ότι αποθέματα θάρρους είχε για να μπουκάρει σαν κατακτητής μέσα στο κτίριο. Τι διάολο, σκέφτηκε, κοτζάμ εργοδηγός είμαι και κάθομαι ακόμα και το σκέφτομαι. Βουρ λοιπόν…

Έτοιμος ο Πασχάλης για εφόρμηση όταν ξαφνικά κάτι τον άγγιξε στην πλάτη. “Μπα, ιδέα μου είναι” είπε χωρίς να γυρίσει. Τον άγγιγμα έγινε για δεύτερη φορά και ο εργοδηγός έσφιξε τον φακό στο χέρι του για να αμυνθεί. Τον πρόλαβε όμως το άγγιγμα “Μάστορα εγώ είμαι”. Απάντησε αυθόρμητα “Ποιος εγώ;”. Το άγγιγμα απάντησε με σταθερή φωνή  “Εγώ ο…”. Γύρισε απότομα ο Πασχάλης και έκανε ένα βήμα προς το κτίριο. Μπροστά του τώρα στεκόταν ο Μπάμπης που συμπλήρωνε την φράση του “… Μπάμπης” με μια κίνηση απίστευτη. Έφερε τον φακό του κάτω από το πηγούνι του και τον άναψε. Φωτίστηκε το πρόσωπό του σε όλο του το μεγαλείο με εμπροσθοφυλακή τα δυό του πεταχτά δόντια. Μια εικόνα καρφωμένη για το Φάντασμα της Όπερας και ένα Πασχάλης με τα μάτια πεταγμένα έξω και τους σφυγμούς της καρδιάς του να χτυπούν κόκκινο πάνω στα μηνίγγια του.

“Να ρε παιδιά, κατουρήθηκα πάνω μου, μου έπεσαν τα μαλλιά. Δέκα νταμιτζάνες αιθέρα κατάπιαν για να συνέλθω” διηγιόταν σε φίλους αργότερα. Το κτίριο του ΗΝΧ παραμένει από το 1980 πράγματι θλιβερό. Από τότε δηλαδή που έγινε το καινούριο ΗΝΧ από την Ανατολική μεριά του εργοστασίου. Στην φωτογραφία στην αρχή του άρθρου φαίνεται καθαρά στο δεξί μέρος.

Σημείωση. Την ιστορία, που είναι αυθεντική, μου την εξιστόρησε το φιλαράκι μου ο Λάκης ο ηλεκτρολόγος και καταχωρείται στα χαλυβουργικά μασλάτια. Όσο για τον Πασχάλη τον εργοδηγό να τον έχει ο Θεός σε καλή μεριά και νάναι περήφανος για τα κορίτσια του που μεγάλωσαν και έγιναν ίδια μ’ αυτόν. Ειδικά η μεγάλη, η Μαριάννα, δούλεψε σαν ιδιαιτέρα του Γεν. Διευθυντή της Hellenic Steel άξιος συνεχιστής του πατέρα της για αρκετά χρόνια. Ο Μπάμπης έκανε έναν γιό τον Βούλη με πιο γλυκό χαμόγελο και πιο ζεστή καρδιά απ’ αυτόν. Το εργοστάσιο κλείνει πενήντα χρόνια λειτουργίας και όλοι περιμένουν να τελειώσουν τα πέταλα από την μαργαρίτα που μαδιέται για να δούμε που θα σταματήσει το “κλείνει-δεν κλείνει”. Αν κλείσει πάντως θάναι μια χαμένη μάχη για την Ελλάδα.

Εσκεμμένα έγραψα μόνο μικρά ονόματα για να αφήσω πάνω στην φαντασία σας να πέσει ατόφια η χρυσόσκονη που θα καλύψει τις μνήμες σας. Νάναι δικές σας, με δική σας σφραγίδα και προσωπικότητα. Εγώ απλώς το… θυμητάρι!

ΤΕΛΟΣ

Advertisements