Ετικέτες

, , ,


γράφει ο Πασχάλης Μωυσιάδης

Στα κορίτσια του Πασχάλη, του εργοδηγού…

“ Ήπιε δυό γουλιές από το μαύρο πράγμα που η μηχανή που το πούλαγε τόλεγε καφέ”

Φωτό. Άρης Παπαδόπουλος

Φωτό. Άρης Παπαδόπουλος

 

Από τον προθάλαμο φάνηκε ο Μπάμπης, ο αποθηκάριος πρώτων υλών. Ήταν μικροσκοπικός γύρω στο ενάμιση μέτρο με χοντρά γυαλιά και μεγάλο βαθμό μυωπίας. Άτακτα μαύρα μαλλιά και παρά την ηλικία του, κοντά στα σαράντα πέντε, το μικρό του πρόσωπο ήταν σκαμμένο. Χαμογέλασε καλόκαρδα και άφησε να φανούν δυό αφύσικα μεγάλα δόντια από το πάνω σαγόνι. Το ένα ήταν μικρότερο και είχε κάποια απόκλιση από το άλλο. Πίσω από τα πατομπούκαλα δυό στρόγγυλα γυαλιστερά ματάκια σε κοιτούσαν γεμάτα καλοσύνη και συγκατάβαση. Όχι δεν έλεγε ποτέ και όλο του το σκαρίφημα τόδενε με ανθρώπινη ευγένεια. Έκανε την δουλειά του τέλεια και περνούσε απαρατήρητος τον περισσότερο καιρό ανάμεσα σε βουνά από coils με μια κιμωλία και ένα χαρτί στο χέρι. Επέλεγε από τις υπαίθριες αποθήκες ποιες κουλούρες(coils) με λαμαρίνα θα έπαιρναν τον δρόμο για την είσοδο της γραμμής. Να δεθούν πάνω στο real και ν’ αρχίσει το ξετύλιγμα για το “μεγάλο” ταξίδι ανάμεσα σε ρόλλα και δεξαμενές με οξέα σαν μια ανέμη μαλλιού στα επιδέξια χέρια κάποιας γριούλας. Μίλαγε στα coils σαν νάταν παιδιά του, και ήταν. Το καθένα με την δική του προσωπικότητα και μοναδικότητα. Τα σημάδευε αφήνοντας άσπρη κιμωλία πάνω τους με τρυφερό τρόπο. Όσο και αν φαίνονταν απλή η δουλειά που έκανε εν τούτοις ήταν πολύ σοβαρή. Και ο Πασχάλης ο εργοδηγός, τον είχε εμπιστοσύνη. Και για τον επαγγελματισμό που έδειχνε αλλά και για την μεγάλη του ανθρωπιά που σ’ έκανε να απορείς πως χωρούσε μέσα στο μικρό του σαρκίο. Παρ’ όλα όμως αυτά με τίποτα δεν θάθελε να τον δει να ξεπροβάλλει ξαφνικά στο μισοσκόταδο πίσω από κάποιο coil. Κάθε φορά που συνέβαινε αυτό του κοβόταν τα… ύπατα! “Αμάν ρε Μπάμπη, σαν κατάσκοπος έρχεσαι πίσω μου. Καμιά μέρα θα με στείλεις” τούλεγε, κι εκείνος χαμογελούσε καλόκαρδα εξαφανίζοντας την ασχήμια του.

Οργάνωσε όλη την ορχήστρα εργασίας εισόδου-εξόδου και χειριστών και βγήκαν οι τάκοι από τα Pinch Roll εισόδου. Έντεκα ακριβώς ξεκίνησε το Real εισόδου να ξετυλίγει το coil και να πετάγεται η λαμαρίνα μέσα στο Looper (φρεάτιο βαθύ που στόκαραν την λαμαρίνα χύμα). Η διαδικασία αποξείδωσης είχε αρχίσει και όλα έδειχναν νάναι κανονικά στην θέση τους. Ένα μικρό προβληματάκι με κάποιο μειωτήρα που έχανε λάδια το ανέλαβε ο Στέλιος ο λαδάς και επί τέλους δώδεκα και μισή κάθισε πάλι στο γραφείο για να συμπληρώσει τα χαρτιά και ύστερα να κλείσει τα μάτια του σε μια φευγαλέα εικόνα με τα κορίτσια του και την γυναίκα του. Να, αυτό δεν μπορούσε να το χωνέψει. Δεν του κάθονταν φυσικό η οικογένεια νυχτιάτικα να κοιμάται στο σπίτι χωρίς αυτόν. Αυτό το φευγαλέο του ξέφυγε κανένα τέταρτο. Άνοιξε τα μάτια του και άναψε τσιγάρο. Όλη η νοστιμιά από αυτόν τον διάολο ήταν οι δυό πρώτες ρουφηξιές, και τις τραβούσε βαθιά. Πίσω από τα δαχτυλίδια του καπνού χάθηκε το βλέμμα του σε μια ξεθωριασμένη εικόνα κάπου στη μέση του Θερμαϊκού παρέα με τον Μαστρο-Γιάννη και δυό καθετές για σπαράκια πάνω στην ξύλινη καλόδρομη γόησσα. Τώρα τι τούρθε ανάμεσα σε μηχανήματα γράσσα και δυνατό θόρυβο να ονειρεύεται ψαρέματα. Πήρε βαθιά ανάσα και έσκυψε πάνω στο πλαστικό κυπελάκι. Ήπιε δυό γουλιές από το μαύρο πράγμα που είχε μέσα. Η μηχανή που το πούλαγε τόλεγε καφέ. Πικρό σαν δηλητήριο.

Συνεχίζεται…

 

Advertisements