Ετικέτες

, ,


γράφει ο Πασχάλης Μωυσιάδης

Στα κορίτσια του Πασχάλη, του εργοδηγού…

“ Ήπιε δυό γουλιές από το μαύρο πράγμα που η μηχανή που το πούλαγε τόλεγε καφέ”

DSC00871 (2)

Κόντευε να φύγει το Φθινόπωρο και το κρύο είχε σφίξει για τα καλά. Από νωρίς έδειχνε τα σημάδια του ο Βαρδάρης. Κατέβαινε πάντα οργισμένος σαρώνοντας τα νερά του Αξιού σφυρίζοντας άγρια ανάμεσα σε βράχια και δέντρα. Ότι βρώμικο τόλμαγε να αιωρείται στον δρόμο του χάνονταν μαζί με την βαριά του ανάσα βαθιά στο Βόρειο Αιγαίο. Βάλσαμο για την πόλη αυτός ο αέρας φυσάει κάπου τριάντα με τριάντα πέντε φορές τον χρόνο λειτουργώντας έτσι σαν φυσικό φίλτρο για να καθαρίζει την ατμόσφαιρα. Κρατάει κοντά σαράντα οκτώ ξετρελαμένες  ώρες και στο τέλος κουράζεται και κουράζει με την έντασή του φυτά, ανθρώπους και ζώα.

Έβλεπε τις τεράστιες λεύκες μπροστά από τα αποδυτήρια να λυγίζουν κάτω από την μανία του αέρα βγάζοντας ένα απόκοσμο μοιρολόι. Τον μισούσε αυτόν τον καιρό, αυτή την εποχή, μα πιο πολύ μισούσε το αναθεματισμένο ωράριο που έπρεπε να δουλεύει. Το πρωϊνό και το απογευματινό τα πάλευε αλλά το βραδυνό από τις έντεκα μέχρι της επτά το πρωί τον τσάκιζε. Όλη την μέρα έδινε μάχη για να βάλει τον εαυτό του σε κάποια κατάσταση ύπνου και ν’ αντέξει στη βάρδια. Και τώρα καθόταν εκεί με τα χέρια στις τσέπες και τον γιακά από το μπουφάν σηκωμένο να χαζεύει τον κόσμο που πηγαινοέρχονταν βιαστικοί άλλοι να φύγουν και άλλοι να αναλάβουν νυχτερινή βάρδια. Κάποιοι τον χαιρέτησαν και χάθηκαν τρέχοντας. Κοίταξε το ρολόϊ του, κόντευε δέκα και μισή. Δύο μεγάλοι προβολείς καρφωμένοι στην σκεπή του τεράστιου μεταλλικού κτιρίου έριχναν φιλότιμα όπου μπορούσαν το φως τους αφήνοντας σκιές ανάμεσα σε κτίρια και εγκαταστάσεις. Κατάφερε ν’ ανάψει ένα τσιγάρο στο απάγγειο του κόρφου του και προχώρησε με αποφασιστικότητα να διασχίσει τον δρόμο και να τρυπώσει φουριόζικα στο μικρό πλαϊνό πορτάκι του κτιρίου εγκατάστασης.

Μόλις βρέθηκε μέσα άλλαξε αμέσως ο Θεός. Κάποια αερόθερμα στις ψηλές οροφές πιο πάνω και από τις τεράστιες γερανογέφυρες των 50 τόνων έστελναν ζεστό αέρα που χάνονταν στο αχανές του χώρου. Βούϊζαν έντονα τα μηχανήματα σε μια συμφωνία κοντά στα 80db και στα ρουθούνια του έμπαινε  τώρα βαριά η γνωστή μυρουδιά από βιομηχανική σκόνη ανακατεμένη με την μπόχα που ανέδιδαν λάδια και  οξέα. Μαύρο το δάπεδο από ξεραμένα λάδια και σκόνη. Στο βάθος αριστερά μέσα από το περίεργο μισόφως μπορούσες να δεις τα τρία έλαστρα. Το   38, 42 και 54”Mill να τραβούν με δυνατά αγκομαχητά την λαμαρίνα ανάμεσα στις ασύλληπτες πιέσεις των work και back-up rolls για να βιάσουν την φύση της σε μια εν ψυχρώ εξέλαση μείωσης του πάχους της. Το ίδιο γνωστό σκηνικό κάθε μέρα. Άφησε πίσω του τους φούρνους με τις τεράστιες καμπάνες και μίλησε για λίγο με τον χειριστή στη γραμμή καθαρισμού, ύστερα πέρασε ανάμεσα από σωλήνες ατμού για να βρεθεί στο γραφείο των εργοδηγών.

Θεόρατη η γραμμή αποξείδωσης στεκόταν εκεί μπροστά του σε όλο της το μεγαλείο περιμένοντας το δικό του νεύμα για ν’ αρχίσει να ρολλάρει την λαμαρίνα μέσα από τις δεξαμενές με τα οξέα μέχρι που η σκουριά να ξεκολλήσει από πάνω της και παρασυρμένη από τα απόβλητα να οδηγηθεί μέσα από σωλήνες στον περιβάλλοντα χώρο του κυρίως κτιρίου,  στις εγκαταστάσεις εξουδετέρωσης αποβλήτων. Μισοσκότεινη σαν γριά μάγισσα με ξαφνικά σκασίματα από ατμοπαγίδες και κάποια ανακουφιστικά.

Έσπρωξε την μεταλλική πόρτα και μπήκε μέσα . Ήταν ένα γραφείο διπλό με προθάλαμο και κυρίως χώρο. Εκεί στον προθάλαμο καθόταν τρεις και έπιναν τεμπέλικα τον καφέ τους. Έριξε ένα άχρωμο “γειά”  και προχώρησε στο κυρίως χώρο.  Ένα μεταλλικό γραφείο , ένα ερμάριο με μια μικρή ξύλινη βιβλιοθικούλα γεμάτη λερωμένους φακέλους και δυό τρεις καρέκλες, όλος ο διάκοσμος. Χαιρέτισε τα δυό άτομα που ήταν μέσα και ρώτησε χωρίς περιστροφές. “Χρήστο, έχουμε τίποτα;”. Εκείνος τον κοίταξε πίσω από τα γυαλιά του με μισοχαμόγελο. “Κάθησε ρε φίλε Πασχάλη πρώτα να σε δούμε”. Φαινόταν να μη βιάζεται να φύγει αλλά αυτός  ήθελε να είναι έτοιμος ένδεκα η ώρα να ξεκινήσει η γραμμή στο λεπτό που λένε, και άλλωστε σήμερα δεν είχε διάθεση για κουβεντολόι. Ενημερώθηκε για ότι προβλήματα είχε η γραμμή και ύστερα τον ξαπόστειλε ευγενικά για να κάνει τον προγραμματισμό της βάρδιας. Κάθησε πίσω από το γραφείο και φώναξε δυνατά

-Μπάμπηηηη! Έλα μέσα.

Συνεχίζεται

 

Advertisements