Ετικέτες

, ,


γραφει ο αρισταρχος(απομαχος)

“Μια κουρού βρε παιδιά είναι. Λίγο αλευράκι, λίγο βούτυρο, γιαούρτι και κανένα αυγουλάκι”

kourou1

Στην επισυναπτόμενη φωτογραφία υπάρχουν τρία διαφορετικά θέματα. ΄

Θέμα 1ον. Μια τυρόπιτα Κουρού. Λίγο πολύ όλοι μας ξέρουμε τι είναι η κουρού. Πεντανόστιμη ποικιλία τυρόπιτας που μόλις την βλέπεις ροδοκοκκινισμένη και αχνιστή πάνω  στη λαμαρίνα σου έρχεται να φας μαζί και τα… δάχτυλά σου.  Ψαρεύω από το site sintagespareas.gr την συνταγή της πεθεράς για την κατασκευή της εν λόγω τυρόπιττας. Δηλαδή τα υλικά κατασκευής της. Να λοιπόν τι χρειαζόμαστε για να ετοιμάσουμε την ζύμη.

Για τη ζύμη:

  • 1 κεσεδάκι αγελαδινό γιαούρτι
  • 1 κεσεδάκι (ίδιο με του γιαουρτιού) καλαμποκέλαιο ή σπορέλαιο
  • 1 φακελάκι μπέικιν πάουντερ
  • 1 κουταλιά σούπας γεμάτη μαργαρίνη σε θερμοκρασία δωματίου, αλλά όχι λιωμένο
  • 1 κουτ. γλυκού αλάτι
  • 550 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • Για τη γέμιση:
  • 300 γρ. φέτα τριμμένη
  • 2 αυγά
  • προαιρετικά πιπέρι ή δυόσμο ξερό (εγώ δεν βάζω)

Για το άλειμμα:

  • 1 αυγό χτυπημένο

Από ότι βλέπετε και σεις τα υλικά είναι απλά και γνωστά και χωρίς αυτά τα περίεργα κόκκινα έψιλον, βελτιωτικά κλπ.

Θέμα 2ον. Μια φωτογραφία που έρχεται από πολύ παλιά, σχεδόν από το 1920! Είναι ο παππούς μου ο Γιώργος που τις δεκαετίες 1920-1930 είχε εστιατόριο/μπουγατσατζίδικο στην πόλη των Σερρών. Την τέχνη την είχε μάθει από πρόσφυγα Πολίτη (Κωνσταντινουπολίτη). Αυτοί οι άνθρωποι εκεί στην Πόλη είχαν αναγάγει την παρασκευή της πίτας γενικά σε επιστήμη γαστρονομίας. Τα Σέρρας (Σέρρες για τους μη) ήταν μια τέτοια πόλη με παράδοση σ’ αυτά τα παρασκευάσματα.  Σήμερα μέσα στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν αρκετά από αυτά που φημίζονται για την μπουγάτσα τους και τις τυρόπιτές τους.

Είχα την ατυχία να μη γνωρίσω τον παππού μου που πέθανε πριν τον πόλεμο του σαράντα αλλά άκουσα πάρα πολλά για την τέχνη του στην μπουγάτσα που ήταν μοναδική και ονομαστή στην πόλη των Σερρών. Από ότι λοιπόν μου εμπιστεύτηκε η σχωρεμένη η μάνα μου τα υλικά που χρησιμοποιούσε ήταν πάνω κάτω με αυτά που σας ανέφερα παραπάνω στην συνταγή της πεθεράς! Μόνο που κάποια υλικά ήταν υπερ-αγνά. Όπως, το γιαούρτι με την πέτσα ένα δάχτυλο και όλο το λίπος μέσα καθώς και το βούτυρο που μοσχοβολούσε αλλά και το παχύρρευστο αγνό λαδάκι. Φανταστείτε πως εκείνα τα πέτρινα χρόνια στην δεκαετία του πενήντα, παιδιά τότε, μας έλειπε και το διφραγκάκι για μια αξιοπρεπή μερίδα μπουγάτσας με τυρί, κρέμα ή κιμά. Για κάτι ψωροδεκάρες μας γέμιζαν μια λαδόκολλα από τρίμματα, τα υπόλοιπα της πίτας που ξέφτιζε. Και ήταν, Θεέ μου, τι νοστιμιά! Ίσως να τόκανε και η πείνα, ποιος ξέρει.

Είμαι χαρούμενος που μου κληροδότησε η ζωή δύο ψάθινες καρέκλες-ενθυμήματα από εκείνο το μαγαζί για να μην τον ξεχνώ ποτέ κι ας μην τον γνώρισα τον παππού. Από κει και πέρα δεν μπόρεσα μεγαλώνοντας να ξανάβρω εκείνη τη νοστιμιά που μου διέγειρε τους σιαλογόνους αδένες όταν έβαζα στο στόμα μου αυτό το υπέροχο κατασκεύασμα. Την τυρόπιτα κουρού!

Όμως που και που την έτρωγα από λαχτάρα για το ροδοκόκκινο-ψημένο χρώμα της εις ανάμνησην της τότε γεύσης. Και η γεύση, πιστέψτε με, επιστημονικά έχει τεράστια μνήμη. Δεν ξεχνάτε σχεδόν ποτέ τι γευτήκατε πριν πολλά χρόνια. Ποτέ μου όμως δεν ρώτησα πως την κάνουν σήμερα, με τι υλικά και πόσο ζυγίζει, μέχρι που…

Θέμα 3ον. Είναι η ετικέτα από μια κουρού που λιμπίστηκα από την μυρουδιά της σήμερα σε κάποιο super-market που τις ετοίμαζε. Σίγουρα η ζύμη έρχεται έτοιμη, μη πω και η ίδια η κουρού, από κάποια βιοτεχνία. Τη παίρνουν ωμή και απλά την ψήνουν στο μαγαζί, αλλά… Τρόμαξα με το κατεβατό που είδα και που βλέπετε και σεις στην ετικέτα.

Μια κουρού βρε παιδιά είναι. Λίγο αλευράκι, λίγο βούτυρο, γιαούρτι και κανένα αυγουλάκι. Τι διάολο αυτά τα υλικά δεν έχουν γεύση και τα προσθέτουν τεχνητή νοστιμιά,χρωστικά και γλυκαντικά και γω δεν ξέρω τι άλλο. Μου θυμίζει μαγαζί που πουλούσε δολώματα για ψάρεμα. Ήταν ζαβογαρίδα και έμοιαζε σαν τεχνητή. Δεν την πλησίαζαν τα ψάρια εκτός και την ράντιζες με ειδικό spray που σε εφοδίαζε ο μαγαζάτορας. Εν πάση περιπτώσει αυτοί στο super-market γράφουν την σύνθεση, το βάρος και την ημερομηνία παρασκευής-λήξης. Στα αρτοσκευαστήρια τέτοιες ετικέτες δεν είδα, γιατί; Τώρα εγώ με τι εμπιστοσύνη να την ξαναγοράσω και πολύ περισσότερο να την ξαναφάω; Εκτός και κλείσω όλους τους διακόπτες αφήνοντας μονάχα αυτόν της λαιμαργίας

Ύστερα απορούμε με τις αρρώστιες που μας βρίσκουν και τους ανεξήγητους ξαφνικούς πόνους. Και είναι παρακαλώ, το πόσο της εκατό; 0,00000001% της συνολικής διατροφής μας;

Θεός φυλάξει!

Advertisements