Ετικέτες

,


γραφει ο πασχαλης μωυσιαδης

“Κώστα, Γιώργο, Δημήτρη, Βασούλα, Ζωή ένας κόσμος, μια αγκαλιά…”

gastro7

Μόλις βγεις από την περιφερειακή στην έξοδο με κατεύθυνση το Ρετζίκι-Ασβεστοχώρι-Χορτιάτη το αυτοκίνητο κινείται πάνω σε ένα στενό δρόμο που έτσι τον θυμάμαι από όταν ήρθα στην Θεσσαλονίκη το 1963. Το Ρετζίκι κοντεύει πολιτεία να ενωθεί με Φίλυρο και Ασβεστοχώρι και τα έργα υποδομής πάντα κάτω από την Ελληνική οπτική με πρόβλεψη αρνητική. Όχι μπροστά αλλά πίσω . Πως θάπρεπε να ήταν πριν τριάντα χρόνια. Δυστυχώς.  Σε κάποια ίσως ευνομούμενη πολιτεία ο δρόμος να διέσχιζε το Ρετζίκι υπόγεια και από πάνω να ήταν ένας υπέροχος πεζόδρομος αντάξιος της δομικής ακρίβειας που πλήττει όλη την περιοχή. Αλλά, στην Ελλάδα ζούμε.

Κάποτε βγαίνουμε από την κατοικημένη περιοχή για να συναντήσουμε κάπου στα δεξιά μας την Ταβέρνα “Γαστρονόμος”.  Δεν θα κάνω κριτική για την ποιότητα των φαγητών γιατί και το double-dot στα 13 ευρώ κατ’ άτομο  δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για κάτι τέτοιο.  Εκείνο που μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα ήταν η λαχτάρα, η συγκίνηση, το βούρκωμα που βλέπαμε ο ένας τον άλλο. Γνωριμίες από τα νεανικά μας χρόνια, τα εικοσιπεντάχρονα, λυγούσαν κάτω από το βάρος τριάντα και πλέον χρόνων εργασιακής συμβίωσης. Άσπρα ή και καθόλου μαλλιά με ρυτιδιασμένα πρόσωπα σπασμένα από τον πανδαμάτωρα. Κι όμως… ήμασταν εκεί νικητές στον θάνατο, στη ζωή. Θα μπορούσαμε νάμαστε πιο πολλοί. Άλλοι καν δεν ήρθαν κι άλλοι πέρασαν στον επέκεινα, και πως νάρθουν. Είμαι σίγουρος όμως πως ήρθαν μέσα στις καρδιές μας όπως τότε που…

Νέοι, λιώναμε το ατσάλι με τα μπράτσα μας. Βρίσκαμε διεξόδους μέσα από τεχνογνωσία βριζόμασταν, μαλώναμε, φιλιώναμε και ύστερα ξεχάσαμε. Κρατήσαμε μονάχα ότι όμορφο μας έδεσε. Είδαμε τον χρόνο να περνά με ασύλληπτη ταχύτητα  μπροστά από τα έκπληκτα μάτια μας και τώρα με δάκρυα μιλούσαμε ο ένας  στον άλλο για τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας. Τόβλεπες σε όλους αυτούς που με τρεμάμενη φωνή στο μικρόφωνο προσπαθούσαν να μεταφράσουν αισθήματα που έπνιγαν. Σε όλους αυτούς που δίσταζαν να φωνάξουν “είμαι κι εγώ εδώ”.

Κώστα, Γιώργο, Δημήτρη, Βασούλα, Ζωή ένας κόσμος, μια αγκαλιά χωρίς εγωπάθειες και μεμψιμοιρίες. Χωρίς φθόνους, χωρίς μνησικακίες. Εδώ όλα είχαν πάρει μια ευθεία γραμμή σαν την απεικόνιση ενός θανατικού καρδιογραφήματος. Το μόνο που αναδεύονταν μέσα μας ήταν η αγάπη για τον πρώην  συνάδελφο που βλέπαμε και η σκληρή πραγματικότητα για το μέστωμα της ηλικίας μας.

Κάποιοι λένε τα γηρατιά πως είναι αρρώστια και  άλλοι πως είναι η τιμωρία της νεανικής αλαζονείας. Ότι και νάναι είναι η ζωή που πέρασε αφήνοντας τα ίχνη της βάρβαρα επάνω μας. Και ίσως να μην τα βλέπαμε αν δεν ξέραμε ο ένας τον άλλο από τα νεανικά μας χρόνια. Προσπάθησα δυό τρεις φορές να αυτοσαρκασθώ και να σαρκάσω αλλά…  και μόνο στο άκουσμα για λειμώνες και ασφοδέλους τράπηκαν σε φυγή. Γιατί; Σάμπως δεν είναι το μόνο σίγουρο σ’ αυτή τη ζωή;

Χάρηκα όμως φίλοι μου και πρώην συνάδελφοι, συνοδοιπόροι για τα τόσα χρόνια στη ζωή που περάσαμε μαζί.

Χάρηκα που σας είδα όλους και θα χαρώ ακόμη περισσότερο όταν σας ξαναδώ πάλι όλους για ένα σεργιάνι, μια εκδρομή σαν αυτή που ο φιλότιμος Σταύρος μας υποσχέθηκε.

Χάρηκα και σας ευχαριστώ που μοιράστηκα μαζί σας αυτή τη μυσταγωγία της μακριά από τη μάχη της δουλειάς. Νάμαστε  καλά και όρθιοι μέχρι την επόμενη σύναξη. Και να μην ξεχνάμε πως τα χρόνια που ζούμε είναι από τα πιο αργά περάσματα της ζωής.

Να το δούμε και από  την άλλη πλευρά του αυτοσαρκασμού, όπως παρακάτω ο Γιώργος Σουρής. Είμαι σίγουρος πως θα νιώσουμε πιο ανάλαφροι.

Το παραπαίον γήρας

 

Τας τρίχας άσπρης κεφαλής

σκοπόν τας έχουν προσβολής

κι ειν’ εμπαιγμός της μοίρας

το παραπαίον γήρας

 

Όπου το πόδι μου σταθεί

και όπου περπατήσω

σιγά-σιγά μ’ ακολουθεί

 ο χάρος από πίσω

 

Αυτό το έρημο κορμί

το τριγυρίζουν σκύλοι

και  “χόρτασες και συ ψωμί”

μου λεν εχθροί και φίλοι

 

Ως φάσμα τρέχω της νυκτός

μακράν του δρώντος κόσμου

και όπου τάφος ανοικτός

μου φαίνεται δικός μου

 

Advertisements