Ετικέτες


γράφει ο αρισταρχος

“…μη ξεχνάς πως ζούμε στην χώρα των μύθων και των παραισθήσεων.”

vonwong_underwater_2967958k

 

Καυτός μεσοκαλόκαιρος ήλιος, λίγο πιο λίγο από μια ανάσα κοντά στα Κυνικά καύματα, φτάνει πάνω στη γυμνή επιδερμίδα βάζοντας σε πορτοκαλί συναγερμό τις κυτταρικές μεμβράνες. Ξαπλωμένος στον γυμνό βράχο λίγα εκατοστά πάνω από την φλυαρία του φλοίσβου βάζω σε λειτουργία την διαδικασία γήρανσης του δέρματος βάφοντάς το με μελανίνη. Κάτω απ’ το ψαθάκι τα μάτια βαραίνουν και τα όνειρα στριφογυρνούν μέσα στον εξωτικό μικρό θαλάσσιο κολπίσκο. Πλατσουρίζουν τα μικρά κυματάκια στέλνοντας τις ανταύγειες από το ηλιόφως. Μια προκλητική σειρήνα να δεις αυτό που κρύβεται κάτω από το γαλαζοπράσινο της επιφάνειάς του. Μικρές και ανέξοδες Θεϊκές απολαύσεις. Αυτός ο τόπος, κατάλοιπο Θεϊκών διακοπών, είναι ότι ωραιότερο χτίστηκε πάνω στη γη.

Χτυπούν τα ποδαράκια τους πάνω στα βράχια καθώς γεύονται το αρμυρό νερό στην ακτή τους, τα κατσίκια. Στις τρύπες τους με τις δαγκάνες, τα χρωματιστά καβούρια. Και στη μέση ο καταχτητής, ο άνθρωπος γυμνός όπως τον έφερε η μάνα του στον κόσμο. Ξάφνου σιέται η γη ρυτιδώνει η θάλασσα και ανοίγει ο δρόμος του κάτω κόσμου. Ακούγεται το πνιχτό κλάμα της Περσεφόνης που ξεπροβοδίζει τον αγαπημένο της στον απάνω κόσμο, για την αγκαλιά της πανέμορφης Αφροδίτης. Μια διαδικασία απόφαση του Δία για τον γιό της Σμύρνας τον ανεπανάληπτο Άδωνη. Το ένα τρίτο του χρόνου με την Θεά του θανάτου την Περσεφόνη και τον υπόλοιπο με την Θεά της ομορφιάς την Αφροδίτη.

Στένεψαν τα πονηρά ματάκια της Μαρίας και κοιτάζοντας κάπου στο άπειρο ψιθύρισε

-Θα πάμε, μη το πεις πουθενά. Θα πάμε εκεί στην ακτή με τα κατσίκια, στις καβουρότρυπες. Εκεί που μπορείς να πετάξεις από πάνω σου και το τελευταίο ρούχο και να νιώσεις την ένωση με την μάνα φύση. Θάμαστε δυό, εγώ και η Φοίβη. Κι αυτοί οι δύο θάναι… τους ξέρεις δα, ο Δημήτρης και ο Έκτορ.

Χαμογέλασε αχνά και μούριξε μια πλάγια φευγάτη ματιά.

– Το αποφασίσαμε σου λέω για το άλλο Σαββατοκύριακο. Κουβέντα όμως πουθενά γιατί αν μας πιάσουν στο στόμα τους  οι άλλοι εργαζόμενοι την κάτσαμε. Τόπε κι έφυγε.

Δεν άργησε να περάσει ο καιρός και με πήρε στο τηλέφωνο.

– Έλα σου έχω νέα να γελάσεις, θα κεράσω και καφέ.

Τράβηξα δυό γεμάτες ρουφηξιές από τον ζεστό μέτριο Ελληνικό και σήκωσα το κεφάλι.

-Λοιπόν, σ’ ακούω . Όλος αυτιά!

Γέλασε ανέμελα γλυκά και ξεκίνησε μ’ εκείνη το κρυσταλλένια της φωνή.

-Ξέρεις, έχεις πάει και συ σε κείνον τον πρώτο μικρό… προσωπικό θάλεγα κολπίσκο της μαγείας με τα πρασινογάλαζα νερά και τους τεράστιους  βράχους δεξιά κι αριστερά. Μπροστά σου η θάλασσα και στο βάθος ο Άθως με κρεμαστά, θαρρείς, τα μοναστήρια από το περιβόλι της Παναγιάς. Κάπου κάπου κόβεται η συνέχεια του τοπίου από κάποια περαστική τράτα ή κάποιο ταχύπλοο. Είναι από τους ξεχασμένους μικροπαράδεισους της Χαλκιδικής. Τράβηξε μια γουλιά από τον καφέ της και συνέχισε να μιλάει χωρίς να με κοιτάζει.

–Τόχαμε συμφωνήσει πως θα πηγαίναμε εκεί αλλά θα τα βγάζαμε όλα, πώς να το πω… θα κάναμε γυμνισμό. Φτάσαμε εκεί αρκετά νωρίς το πρωί και ευτυχώς δεν είχε σε κείνο το σημείο ψυχή. Βάλαμε τα μαγιό κι αρχίσαμε τα παιδιαρίσματα, ξέρεις… όχι βγάλτο εσύ, όχι βγάλτο εσύ και… Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να το παίξουμε ισόπαλοι έτσι βγάλαμε τον στηθόδεσμο εμείς και περιμέναμε από αυτούς την συνέχεια. Να λίγο ο ένας να λίγο ο άλλος χαχανητά αλλά από ουσία τίποτε. Τότε…

– Γέμισε ο κόλπος τριαντάφυλλα και ορτανσίες. Δε μπορεί κάπου εκεί θάταν  η Αφροδίτη. Ένας  Άδωνις γυμνός, κατάξανθος, καταγάλανος, ψηλός, προικισμένος αναδύονταν από τα νερά και σε λίγο χανόταν πίσω από ένα βράχο χωρίς να ξαναφανεί. Έκανε παύση και γύρισε το κεφάλι της καταπρόσωπα.

-Έ φίλε μου, ποιος θ’ άντεχε την σύγκριση; Πιο πολύ δεν τόθελα εγώ. Ήθελα αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα κι ας ήταν πέρα για πέρα… ονειρική. Καμώματα της καλοκαιρινής χαλαρότητας. Άλλωστε μη ξεχνάς πως ζούμε στην χώρα των μύθων και των παραισθήσεων.

Advertisements