Ετικέτες

,


γραφει ο αρίσταρχος

Η μαγκιά, το νταηλίκι, ο λαϊκός ήρωας!

karadayiΓράφω δειλά πάνω αριστερά στο κουτάκι ένα δρόμο από το παρελθόν, τον αριθμό και μια πόλη. Κάνω βουτιά με ταχύτητα αστραπής και προσγειώνομαι σε ένα σταυροδρόμι. Η κατάσταση μπήκε σε αναμονή και μένα η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα. Δεν είναι εύκολο να κάθεσαι πάνω από το σπίτι που γεννήθηκες μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόσες θύμισες που στην προσπάθειά τους να βγούν μπροστά μπερδεύονται και σκουντουφλούν η μια πάνω στην άλλη και δεν μπορώ να επικεντρωθώ σε κάποια συγκεκριμένα. Τσιμπάω το κόκκινο ανθρωπάκι και το βάζω πάνω στην διασταύρωση.  Κάθεται η εικόνα και…

Θεέ μου! Λες και στέκομαι καταμεσίς του δρόμου. Αυτό είναι το σπίτι του παππού μου του Γιώργη! Είναι το σπίτι που γεννήθηκα και γνώρισα τον κόσμο για πρώτη φορά. Μια μικρή μονοκατοικία με δύο δωμάτια, ένα μακρόστενο και μικρό σαλονάκι και μια κουζινούλα με το μπαλκονάκι της. Να και η πινακίδα θαρρείς αναλλοίωτη από τον χρόνο “οδός…”. Να κι εκείνες οι περίεργες αστριχιές να διώχνουν με την ίδια πάντα τάξη τα βρόχινα νερά κι από πάνω τους Γαλλικά κεραμίδια και… ναι! Κάτι άλλαξε. Η κολώνα του ηλεκτρικού μεταφέρθηκε δύο μέτρα πιο εκεί. Την θυμάμαι απ’ όταν η μάνα μου μ’ έμαθε να σκαρφαλώνω από το μπαλκονάκι της κουζίνας και να τρέχω σαν κεραμιδόγατος στην άλλη γωνία της σκεπής για να πιαστώ από την αστριχιά και να ξεγλιστρήσω σαν πυροσβέστης πάνω στην κολώνα του ηλεκτρικού και να βρεθώ στον δρόμο. Οι θύμισες μπαίνουν στην σωστή σειρά και μπροστά από την μνήμη μου παρελαύνουν πρόσωπα, καταστάσεις, φωνές. Γέμισε το σπιτάκι φως και κόσμο. Τρία αδερφάκια που παίζουν ξύλο σε ένα παγωμένο δωμάτιο για να ζεσταθούν, μια μάνα που τυραννιέται πάνω από μια γκαζιέρα να ζεστάνει νερό για να μπανιαριστεί μέσα στη σκάφη ο αρχηγός της οικογένειας, ο πατέρας μου. Ένας θείος μάγειρας που πίνει το ουζάκι του διαβάζοντας εφημερίδα και μια θεία κούκλα που άργησε να ρθει. Πιο παλιά ήταν και η ομορφιά της ψυχής μου, η καλοσυνάτη και ακριβή μου γιαγιά Αναστασία αλλά μας άφησε χρόνους για να βρει το αδικοχαμένο της παιδί. Μια ζωή πάλη, μια συνοικία, ένα σπίτι, ιστορία!.

Το θαύμα της τεχνολογίας λοιπόν, και συ μου λες πως είμαστε ένα τίποτα. Κι αφού συνάνθρωποι μας βάζουν τόσο απλά να βουτήξουμε στο παρελθόν φαντάσου αν πράγματι μένει κάτι κρυφό κάτω από τον ήλιο. Αλλά τι λέω να, στο ασοβάντιστο τούβλινο απέναντι με τις ξύλινες ενισχύσεις, ο μπάρμπα Κώστας με την χοντρή την Σμυρνιά στο ίδιο πάντα μοτίβο. Ένα τεράστιο στόμα χωρίς δόντια και δυό χέρια σαν από οχτάκοπο. Αλλά, βήματα ακούγονται στο καλντερίμι. Μια φιγούρα με ορθά κόκκινα μαλλιά και τεράστια ξανθά μουστάκια δεμένα όλα με δυό γουρλωμένα σαν από εξώφθαλμο και μια μάλτα σε χρώμα ταμπά με δυό τεράστια γόνατα που πήγαν το παντελόνι στους αστραγάλους. Πέραν πάσης, είναι ο Γάτος. Θα τον αναγνώριζα ανάμεσα σε χίλιους. Όπως κι αυτόν που με το κοντό φανελάκι και παντελόνι με δύο τεράστια πόδια ξυπόλητος σαν Γέτι και τα κοντά με την ψιλή μαλλιά που σπρώχνει το σιδερένιο του καρότσι και με τεντωμένα αυτιά περιμένει ν’ ακούσει “κιούπ Τόλιο, λαδοβούργαρε”. Να αρπάξει ότι κοτρόνι βρεθεί μπροστά του και πίσω από δυό ασφυκτικές μασέλες να σφυρίξει “νασιγαμησουτηνμανασκιτουνπατεραςσιξερουσενασεχουντηνφουτουγραφιαςστηνασφαλεια!” Τόσα χρόνια δεν μπόρεσα να βάλω τα κενά για βρω τι έλεγε μέχρι που ο καλός μου παιδικός φίλος Λάκης μου έδωσε την ερμηνεία. Οι πέτρες; ΄Η που άνοιγαν κεφάλια ή πήγαιναν σε παράπλευρες απώλειες. Τζάμια σπιτιών, πόρτες, τραυματισμούς σε άσχετους. Όμως, η μύτη του πλαστικού ποντικιού ανήσυχη κάνει θαύματα και με περιδιαβαίνει ένα γύρω σε όλη μου την παλιά γειτονιά. Στ’ αυτιά μου φτάνει ένα κρυστάλλινο ανέμελο γέλιο. Κάνει την καρδιά μου να φτερουγίζει σαν τρελή. Είναι αυτή, το πρώτο μου καρδιοχτύπι, εκεί στις αρχές της εφηβείας. Τότε που κάλφας σε ραφτάδικο τραβούσα το μπουρί της σόμπας από τον τοίχο να την δω απέναντι να σκουπίζει την αυλή και να τραγουδάει μ’ εκείνη την βελούδινη φωνή “Αρχοντογιός παντρεύεται και παίρνει προσφυγούλα μαυρομάτα μου…” Μ’ έπαιρνε χαμπάρι το Νικάκι και κουνούσε με αποδοκιμασία το δάχτυλο. Η Νίκη ήταν το παιδικό άλλο μου μισό. Οι καρδιές χώρισαν στην εφηβεία χωρίς να ρωτήσουν τίποτα και κανένα.

Συνεχίζεται… με μια σελίδα τη φορά. Όπως εκεί στα 70’s; Χάσαμε το χρόνο πια…     

Σημείωση. Φανταστική ιστορία με φανταστικά πρόσωπα και τόπους

 

Advertisements