Ετικέτες


γράφει ο πασχάλης

Μια φορά και έναν καιρό…

DSC00622Με πήρε στο τηλέφωνο προχθές, και δυστυχώς δεν ήμουν εκεί, ο καλός πρώην συνάδελφος στην ενεργό δράση και νυν συνάδελφος στην ξεκούραση ο Στέφανος Χαραλαμπίδης. Τεχνίτης στο τμήμα του Μηχανολογικού της HellenicSteelCo όπου εργαζόμασταν κι οι δυό για πάνω από τριάντα πέντε χρόνια. Διαβασμένος ιστορικά θα μπορούσε για ώρες να περιγράφει με  τον δικό του λυρισμό και στόμφο γεγονότα πολιτικά ή στρατιωτικά από τους τελευταίους δύο πολέμους και να κάνει στο τέλος την αναγωγή του στο σήμερα με μια τελευταία φράση. “Αυτά για το μέλλον. Θέλω όμως να ζήσω κι εγώ λίγο από την ευμάρεια που θάρθει…”. Ποια ευμάρεια; Και που την έβλεπε; Στο πρόσωπο του τότε επερχόμενου σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ; Αν μη τι άλλο μάθαμε τι θα πει Ελληνικός συνδικαλισμός, και στις στέρφες εποχές, όπως σήμερα, πόσο καλά ξέρει να κρύβεται. Αν αυτό δεν είναι στρουθοκαμηλισμός…

Όπως και νάχει τον θυμάμαι ευγενικό και καλό συνομιλητή. Και πάντα στο σχόλασμα του οχταώρου(από τα παλιά καλά έθιμα!) κουστουμαρισμένο να φιγουράρει στην Mercedes του συναδέλφου εργοδηγού. Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται με τον αέρα, το χάρισμα. Το μόνο που τους λείπει είναι το… χρήμα! Το παν θα μου πείτε; Έ… ναι… δηλαδή όχι… Γεγονός είναι πως ζούμε αυτό που είμαστε, που αξίζουμε να είμαστε, γιατί εν πολλοίς την μοίρα μας την ορίζουμε εμείς. Ακούγεται σκληρό αλλά αν δεν το δεχτείς κινδυνεύεις να αδικήσεις την περί δικαιοσύνης ιδιότητα του Θεού. Σε μια από τις πολλές συζητήσεις μας ο Στέφανος διηγιόταν πως έφτασε ο παππούς του στην Ελλάδα διωγμένος από τον μεγάλο ξεριζωμό. Δώσε κλώτσο ν’ αρχινίσει…

Μια φορά λοιπόν και έναν καιρό σε χαλεπές εποχές για την πατρίδα μας τότε που η Μικρά Ασία  γινόταν η εκατόμβη του Ελληνισμού ο παππούς Αθανάσιος Χαραλαμπίδης με τα σπασμένα έως ανύπαρκτα Ελληνικά έφτασε ύστερα από απερίγραπτη ταλαιπωρία στην μάνα πατρίδα και ειδικά στη  Μακεδονία, στην Θεσσαλονίκη, λίγο έξω από το Κορδελιό. Στο σημείο καταγραφής των προσφύγων. Μπορεί ο καθένας μας να στήσει σκηνικό για το τι γινόταν εκεί με ξεριζωμένους γέρους, νέους παιδιά, αρρώστους, ζώα και ότι βάλει ο νους σας. Μάζες δυστυχισμένων με κατεστραμμένα όνειρα που ίσως δεν έκαναν ποτέ. Απλά το μεγάλο και δυνατό ένστικτο της επιβίωσης κρατούσε τις χρυσές κλωστές της ζωής τους δεμένες με το Θείο.

Προχώρησε με το μπουλούκι ο παππούς, ο Αθανάσιος, ύστερα από κάποια αναμονή για να φτάσει μπροστά στο τραπέζι που ο γραμματικός έκανε στα τετράδια με σαλιωμένα μολύβια την καταγραφή. Ψηλός , μαυριδερός με την πελώρια μουστάκα του αγέρωχος.

-Όνομα και επώνυμο, ρώτησε ο γραμματικός.

Του πήρε κάποιο χρόνο μέχρι να καταλάβει την ερώτηση. Όταν επί τέλους ετοιμάστηκε για την απάντηση πήρε ψηλά το κεφάλι για να θυμήσει στον εαυτό του αλλά και να μάθουν οι άλλοι για το ποιος ήταν αυτός ο ψηλός ξερακιανός  και άγριος μουστακαλής. Ήταν ο ξακουστός Αθανάσιος με τα μοναδικά σε όλη την Ανατολή μπουρέκια. Ήταν ο Θανάσης ο μπουρεξής με τ’ όνομα! Και όπως τούρθε έτσι τόπε με ύφος, με περηφάνια, με αναπόληση. Μόνο που δεν τον βοήθησε η γλώσσα.

-Μπεν ιμ  Άτανας Μπόρεξης, είπε με βαριά και σταθερή φωνή σίγουρος για τον εαυτό του και την ιστορία του..

Κι ο γραμματικός τόγραψε όπως τ’ άκουσε. “Αθανάσιος Μπόρεξης!” Πάει περίπατο το Χαραλαμπίδης και προέκυψε το παρατσούκλι. Δεν ήταν ο μόνος ήταν κι ο προπάππος μου, ο αετός της Σμύρνης, ο ατματζάς που πήγε να το περάσει για επώνυμο αλλά δεν έγινε χάρη στην δυναμική Τασούλα, την γιαγιά μου. Ήταν όλοι αυτοί που στην πιο άσχημη στιγμή του τόπου ξεκίνησαν όπως ο άλλος μου παππούς με τέσσερα παιδιά, γυναίκα κι ένα κάρο να ρθούν από το Κρασνοντάρ της Ρωσίας στην Ελλάδα στο σωτήριο έτος 1923, λίγο πριν η κόκκινη επανάσταση κλείσει τα σύνορα. Με ποια εγγύηση ζωής; Με τι όνειρα; Λες και ήταν οι πιονέροι της Αμερικής. Ποιοι αποφάσισαν για την ζωή τους, ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι; Ποιοι πλήρωσαν; Και γιατί τελικά η ζωή γυρίζει πάνω σε ένα τροχό για νάρχονται τα γεγονότα σχεδόν ίδια. Απλά, με λίγη παράλλαξη. Ερωτήματα, ερωτήματα… σ’ αυτόν τον τόπο μόνο αυτά υπάρχουν.

Στέφανε, φίλε μου, ελπίζω να μην αδίκησα την ιστορία σου. Το συναίσθημα σίγουρα είναι ατόφιο. Κι αυτό μετράει πιο πολύ από όλα τα άλλα. Και μη στεναχωριέσαι που ο χρόνος μας άσπρισε, μας χάραξε. Αφήσαμε πίσω μας ένα ίχνος ζωής που, τουλάχιστον όσο θα ζούνε τα παιδιά μας, θα αχνοφαίνεται. Τι να κάνουμε, η ιστορία γράφει τους έντονα χρωματισμένους, είτε κακούς είτε καλούς.

Οι υπόλοιποι… λάθε βιώσαντες! Υπήρξαμε όμως!

ΥΓ. Στη φωτογραφία μου ο προπάππος μου ο… αετός(Τούρκικα ατματζάς)

Advertisements