Ετικέτες


γραφει ο αρισταρχος

“…αγάπα την από μακριά την Ελλάς. Κοντά… δαγκώνει!”

μητσοσςΞεκίνησ’ η Τασούλα απ’ το χάραμα να με διαολίζει με τις εκλογές “Καλά, θα πάμε κάποια ώρα ρε Τασώ, αν πάμε ”. Επέμενε η γυναίκα “Πάμε να ψηφίσουμε για να είμαστε και ενεργοί πολίτες, λέει.” Και τι είμαστε ρε Τασώ; Θανόντες ή κεκοιμημένοι; Τώρα τι να λέμε, άμα το γυναικάκι πει πάμε, πας. Αν κάνεις κόνξες σε μανουριάζει και κατεβάζεις όλα τα καντήλια της Αγιά Σοφιάς, με το συγχώριο. Απλά, περιμένεις να σου κάτσει η όρεξης.

Τ’ άφησα εν τέλει το ψήφισμα για τ’ απόγιομα. Όχι δηλαδή πως τάχατις καίγομαν να ψηφίσω αλλά… Άσε, είπα, να πάει πρώτα το πλήθος και ύστερις αριβάρουμε και μεις. Καθ’ όσον να πούμε, όσο πιο αργά πας τόσο πιο μεγάλη η εντύπωσης. Έτσι τόλεγε ο πρόγονος, ο αφιχθείς εξ Αμερικής δηλαδή. Λύσσαξε εκεί στο Αμέρικα  να ρθεί να ταραχτεί στον πρώτο τον παγκόσμιο. Πατριώτης πρώτης, δεν λέω. Τάστυψε όλα και τάκανε ροβόλια. Τα βούτηξε και νάσου λεφτάς και μαγκιόρος μπροστά στο στρατολογικό “Ρε μάγκες γουστάρω action για την πατρίδα, έφερα και ντορβά”.

Τι τόθελε και τόπε; Άνοιξαν οι οφθαλμοί και μάκραιναν τα χέρια, ξεφεύγεις απ’ τα παγανά; Τον τύλιξαν τον πατριώτη τον τζιτζιφιόγκο σε μια λαδόκολλα και, κάτι από πατρίδα κάτι από προσφυγιά ο ντορβάς χάθηκε. Πόνεσε η καρδιά του μπεχλιβάνη,καθ’ όσον το σόϊ βάσταγε από Σμύρνη μεριά. Τάδωκε όλα και νετάρισε. Έμεινε σκέτος και άκαπνος . Η πατρίς καίγουνταν και γραμμές πολέμου δεν είχε. Μόνο αποκαΐδια. Μπαγιόκο δεν είχε και στην μακρινή πατρίς έριξε μαύρη πέτρα έτσι, τόκοψε με τα πόδια και πήρε την ανηφόρα να φτάσει όσο πιο ψηλά μπορούσε. Κάτι οικογενειακά αποδέλοιπα είχε ακούσει ότι είχε στην Μακεδονία και συγκεκριμένα στα Σέρρας. Κάποτε έφτασε μπατίρης και αξιοθρήνητος. Άραξε πάνω στον Κουλά για νάχει θέα και χάζευε την πόλη. Έτσι τούρθε του μακαρίτη και συμπάθησε τον Ιμαρέτ μαχαλά. Εκεί και άραξε. Carpenter το επάγγελμα με πτυχία και μάλιστα από UnitedStates. Ειδικότης ο αργαλειός. Προκομμένος ο πρόγονος ο Peter τα κονόμησε και σε λίγο να και το σπίτι, ιδιόκτητο, να και τα προξενιά. Έκανε τον γάμο και την χοντρή την Βαγγέλω για κόρη.

Πιτσιρίκος εγώ τρύπωνα στο μαγαζάκι και μάθαινα πώς να ροκανίζω και να ξετρυπώ. Άρπαξε η μύτη την γλυκειά μυρουδιά του ξύλου κι αποφάσισα να γίνω μαραγκός. Άμα γίνεσαι ότι θες καλά είναι αλλά… γίνεσαι ότι θέλουν οι προγόνοι. Κι έτσι δεν έγινα.

Σάψαλο ογδόντα τόσο χρονό ο παππούς άμα τσατιζότανε τούφευγε η μασέλα και κρέμαγε αλλά, ο πόνος πόνος. “Την πατρίδα να την αγαπάς πιο πολύ από σένα…” Φρουπ η μασέλα, μόλις που την προλάβαινε στον αέρα και την έχωνε βιαστικά στο στόμα για να συνεχίσει.”… να την αγαπάς μονάχα από μακριά! Και πούσαι ρε μικρέ, όσο πιο αργά πας τόσο εντύπωση κάνεις. Οι γυναίκες θέλουν να περιμένουν λίγο, μη το ξεχνάς.” Άσχετο με το άλλο αλλά γουστάριζε κάτι τέτοιες παρόλες.

Τώρα γιατί καρφώθηκε ο πρόγονος στο κεφάλι μου μέρα εκλογών, έλα ντε… άγνωσται αι βουλαί του υψίστου και της γκλάβας σου . Και για να τα λέμε όλα κάποιο λόγο θα είχε ο ύψιστος. “Να την αγαπάς από μακριά…” το ξανασκέφτηκα την ψυλλιάστηκα και τ’ αποφάσισα. “Γυναίκα την κάνουμε για ταξιδάκι και δεν ψηφίζουμε. Ο μπάρμπας μου ο Peter μίλησε.”Που τον θυμήθηκες τώρα τον αποθανόντα βρε Μήτσο; Αυτουνού ούτε τα κόκκαλα θα τούμειναν ” Εγώ πάλι στο μυαλό είχα όλο την μασέλα που πεταγόταν, κι εκείνο τον τσεενέ που έβγαινε σαν παντόφλα. Τα πατομπούκαλα μεγάλωναν τα εξόφθαλμα, και το σύνολο σ’ αγρίευε. Αλλά, τόχα συμπόνια το γεροντάκι. Κι ας πέρασαν εξήντα συναπτά.

Πήρα την απόφαση και έφτασα έξω από το ψηφομάγαζο. Εδώ να αράξω, εκεί να αράξω χώρος ούτε για κάτουρο. “Ρε γυναίκα τι τα θέλεις τα ψηφίσματα. Καλά είναι και χωρίς εμάς”. Άμα της σφηνωθεί  όμως η τυρόπιττα άντε να την βγάλεις “Είπα θα πάμε να ψηφίσουμε, πάει και τέλειωσε”.

Έκανα έτσι και έστριψε το τιμόνι πολύ. Από την γωνιά το νεαρό πάτησε  με δύναμη το γκάζι για όπισθεν και γλίστρησε το πόδι από το παμόρ. Έσκασε με δύναμη πάνω στην προφυλακτήρα της Ουρανίας, το αυτοκίνητό μου. Το ονόμασα έτσι γιατί τα μισά για την αγορά τάδωσε η θειά μου η Ουρανία και ύστερα… πέθανε! Θεός σχωρές την. Τραντάχτηκαν τα σωθικά μου και η αξιοπρέπειά μου.

Όξω ρέεε! Τι την ήθελα την ψήφο; Μη και δεν βγει… ποιός; Αφού δεν ήξερα καν τί και ποιόν να σταυρώσω. Σάμπως είχε και τίποτις για σταύρωμα; Μόνο εμείς, το βλαμμένο το πόπολο.  Τ’ αποφάσισα ρε κι εγώ, φεύγω για Αλεμάνια στον αξά, τον Γιώργη. Μακριά όσο μπορώ, γιατί όπως είπε κι ο πρόγονος, αγάπα την από μακριά την Ελλάς. Κοντά… δαγκώνει.

ΥΓ Αφιερωμένο στον επίγονο που θαλασσοδέρνεται.

Advertisements