Ετικέτες


γραφει ο αρισταρχος

“Πόσο μάλλον στα είκοσι ένα όπου δώρο κι αντίδωρο μαζί είναι”.

 starlet9                                   
 
Κούνησε ανέμελα το ξανθό της κεφαλάκι και σκόρπισε γύρω της εντελώς ανέξοδα το κρυστάλλινο γέλιο της αφήνοντας να φανούν δυό σειρές κατάλευκα καλοστοιχισμένα μαργαριτάρια. Κοίταξε ψηλά σε κάτι που μόνο αυτή έβλεπε και μετρώντας προσεκτικά τα λόγια της είπε με κείνη την βελούδινη φωνή “Μα, ο έρωτας είναι το πρώτο και πάνω από όλα!” Οποιαδήποτε άλλη απάντηση θάταν προσβολή για τα είκοσι ένα της χρόνια.

Ο Βαγγέλης αχνογέλασε αμήχανα χωρίς να πει κάτι. Ο αυθορμητισμός της μικρής τον άδειασε κανονικά και τον έκανε να νιώσει σαν να έφυγε από τα πόδια του η μπάλα της νιότης. Έ, δεν ήταν δα και πολύ μεγαλύτερός της να, κάπου εκεί στα τριάντα επτά. Διαφορά δέκα έξη χρόνων ικανή να τον προσγειώσει σε μια πραγματικότητα που μέχρι τώρα αγνοούσε ηθελημένα ή αθέλητα. Αυτή ήταν ένα παιδί που μόλις έγινε κορίτσι κι αυτός ήδη μετρούσε δέκα χρόνια πείρα πάνω σε θέματα οικογένειας και παιδιών.

Οι προτεραιότητες μπερδεύτηκαν μέσα στο μυαλό του κουβάρι που όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη. Αλήθεια, μέχρι σήμερα δεν τόχε σκεφτεί αλλά το νόμιζε, δηλαδή έτσι νόμιζε. Αν για παράδειγμα καθόταν με την παρέα του σε μια καλοστημένη ουζοποσία με δυό κιθαρίτσες και καλό μεζεδάκι θα έβαζε διαζευκτικό για ένα καλό έρωτα; Δηλαδή το γλεντάκι ή ο έρωτας, με την σειρήνα που τον καλούσε. Δεν του χρειάστηκε να αναρωτηθεί ποτέ αλλά έτσι που το έβλεπε ναι… ο έρωτας μπορούσε να περιμένει και το βράδυ, η παρέα όμως…  Έτσι του βγήκε, όχι ότι το παίδεψε το πράγμα. Όσο κι αν προσπάθησε όμως να βάλει μπροστά τον αντρικό φαλλοκρατικό του εγωισμό εκείνο έμπαινε από μόνο του σ’ αυτή την θέση, δηλαδή μπορούσε να περιμένει ο έρωτας. Βέβαια σαν το μανούλι των οκτώ και τριάντα, τώρα που το σκέπτονταν, που ερχόταν κάθε μέρα για ψωμί με τις στητές καμπύλες και την εικοσιπεντάχρονη φρεσκάδα θα μπορούσε να κάνει κάποια εξαίρεση. Αλλά κι αυτό χάριν συντομίας ένα και στα όρθια όπως το τραγούδαγε πιο παλιά ο Μητροπάνος “στα λαδάδικα πουλάν αυτό που θες!”.

Ζήτησε τη γνώμη της σαρανταπεντάρας Τασούλας που γελούσε κάπως ντροπαλά με την συζήτηση για να πάρει σαν απάντηση λίγο γέλιο παραπάνω. Άρχισε να νιώθει κάπως περίεργα, κυριολεκτικά σαν γέρος. Ποιος, αυτός ο λεβένταρος των τριάντα επτά χρόνων. Σαν να μην ήμαστε καλά. Αλλά… ένιωσε πως βρήκε την απάντηση ή την διέξοδο μόλις αντίκρισε τον εξηνταπεντάχρονο.

-Κύριε Πασχάλη σαν μεγαλύτερος που είστε… ιεραρχήστε μας  κάποιες απολαύσεις στη ζωή.

Τώρα, μάλιστα! Σ’ αυτή την ηλικία η παρέα είναι κάτι το ιερό και όταν οι δύο στους πέντε έχουν πρόβλημα στύσης το πράγμα από μόνο του πάει σε άλλη απόλαυση, δηλαδή το φαγητό. Η πείρα όμως ήταν υπεραρκετή για να καταλάβει και να απαντήσει την ίδια στιγμή χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. “Σαν πρώτο έρχεται το καλό φαγητό. Υποθέτω όμως πως η μικρή της παρέας απάντησε ότι πρώτα έρχεται ο έρωτας, και έτσι πρέπει νάναι. Αν έλεγε κάτι άλλο θα έπρεπε να ανησυχώ για τις προθέσεις της ηλικίας της. Ξέρεις για τον φυλακισμένο που υπόσχεται στον εαυτό του ένα καλό έρωτα με ότι θηλυκό πρωτοβρεί μπροστά του την μέρα της αποφυλάκισης ύστερα από είκοσι χρόνια. Το τυχερό του ήταν μια γριούλα που δεν είπε όχι στις απαιτήσεις του. Μόνο που εκείνος έτσι ή αλλιώς χάρηκε εκείνη όμως χτυπιόταν δυό ώρες να μοιράσει την γλύκα σε όλο της το σώμα”

Έμεινε με το στόμα μετέωρα ανοικτό χωρίς την παραμικρή σκέψη στις εγκεφαλικές του συνάψεις. Πήρε ξάφνου βαθιά ανάσα και προσπαθώντας να βάλει σε τάξη το μυαλό του ζυγίστηκε ανάμεσα στα εξήντα πέντε και στα είκοσι ένα. Χείμαρρος βγήκαν τα λόγια του. “Εγώ , ρε παιδιά, την Ευανθία  την έχω “σίγουρη” κάθε βράδυ. Γιατί να χαλάσω μια ωραία παρέα και ειδικά με ουζοποσία;” Ψέματα;

Άντε τώρα να του εξηγήσεις πως στα εξήντα πέντε και το ένα είναι δώρο, στα τριάντα επτά όμως είναι μια απόλαυση υπερθετική που δεν την κάνουν πέρα ούτε τα ούζα ούτε τα παϊδάκια. Πόσο μάλλον στα είκοσι ένα όπου δώρο κι αντίδωρο είναι μαζί.

 

Advertisements