γραφει ο Παναγιώτης Παπαδούκας

παράθυροΠολλά παράξενα μου έχουν συμβεί στη ζωή μου, αλλά ετούτο εδώ ειναι απο εκείνα που βγαίνουν από τα όρια. Ειχα νοικιάσει ενα ησυχο σπιτάκι, σ’ ενα ησυχο δρόμο, σε κάποια ησυχη γειτονιά. Δεύτερο πάτωμα. Στο πρώτο έμενε η σπιτονοικοκυρά, η κυρία Ευτέρπη, που δεν έμενε όμως, γιατί θα πήγαινε να μείνη σε κάποια συγγένισσά της, σε κάποιο χωριό. Για λίγον καιρό. Μόλις έβαλε στο χέρι τα πρωτα μαζεμένα νοίκια, πήρε τη βαλίτσα και αναχώρησε : Τα μάτια σας και το σπίτι κύριε Αντωνάκη. Εννοια σου, κυρία Ευτέρπη. Να πάς στο καλό κι όταν θα γυρίσης θα το βρής στη θέση του. Μοναχός σ’ ενα σπίτι. Απόλαυσι. Και να ‘χης κι εναν μικρό κήπο με περικοκλάδες και μια συκιά που θά ‘κανε σύκα στον καιρό της. Αλλη απόλαυσι.
Το απάνω πάτωμα που λέω, ειχε δύο δωμάτια. Και το ενα ειχε και παράθυρο στο δρόμο. Αυτήν την κάμαρα, που ηταν ανατολική, την προώρησα για κρεβατοκάμαρα. Και δεν μπορούσα να κάνω και διαφορετικά, γιατί ετσι ειχε κανονίσει η κυρία Ευτέρπη. Το σπίτι ηταν επιπλωμένο. Μια σιδερένια κρεβατάρα, στολισμένη με παχουλά αγγελάκια, μου υποσχόταν ήσυχο ύπνο κι έπεσα νωρίς την πρώτη νύχτα της «μισθώσεως» για να τον απολαύσω.

Και εκεί κατά τη μία μετάτα μεσάνυχτα, με ξύπνησε μια τραγουδιστική θρηνωδία που ακουσα εξω απο το παράθυρό μου. Ηταν μιά σπασμένη, βραχνή αντρική φωνή, που την ακομπανιάριζε μια κιθάρα κι εκείνη σπασμένη, καθώς κατάλαβα. Κι έλεγε λοιπόν η θλιβερή φωνή :»Η νύχτα φεύγει ολόχαρη, νεράιδα μου κοιμάσαι…» και τα λοιπά. Αϊ, περαστικός ειναι, ειπα μέσα μου.Θα κάνη το κέφι του ο άνθρωπος και θα πάη στη δουλειά του. Αλλά δεν πήγε. Αφού τελείωσε τη τη νύχτα που φεύγει ολόχαρη, έπιασε το «αν παρήλθαν οι χρόνοι εκείνοι » και πολλά και διάφορα άλλα τέτοια. Εγώ εχω τον ύπνο μου πολύ ελαφρό και που να κλείσω μάτι. Ειπα να βγώ στο παράθυρο και να τον βάλω μπροστά τον κανταδόρο, αλλά ύστερα έκανα άλλη σκέψη: Πρώτη μέρα, ας μην κάνω καυγά. Κάποτε θα φύγη ο μοναχικός τραγουδιστής. Και πραγματικά σταμάτησε μετά τίς τρείς. Μέσα στη βαθειά σιγή της νύχτας, άκουσα τα βήματά του που ξεμάκραιναν στο πεζοδρόμιο. Κοιμήθηκα.
Τη δεύτερη νύχτα, νάτος πάλι ο βραχνός κι απελπισμένος τραγουδιστής με τη θλιβερή κιθάρα. Ο.τι με ειχε πάρει ο ύπνος, η σπασμένη φωνή ξεχύθηκε στο δρόμο και τριβέλιζε τ’ αυτιά μου : «κάτω εις την ερημον σ’ ερημα δάση τον τάφον μου εσκαψα δια να ταφώ… δια να ταφώωωωωωω!»
Και αυτό το τελευταίο το » ταφώωωωωωωωω» το τράβαγε σαν σερπατίνα που ξετυλίγεται. Ειπε και δεύτερο, και τρίτο και τέταρτο. Α ! Εδώ εχουμε να κάνουμε με συστηματικό ταραξία της νυχτερινής ησυχίας. Εκείνο που μούκανε εντύπωση, ηταν οτι αυτός ο ρωμαντικός φωνακλάς ερχόταν μόνος του. Δεν ειχε συντροφιά να τον σεγκοντάρη, οπως γίνεται με τις καθώς πρέπει καντάδες. Σκέφτηκα πάλι να προβάλω στο παράθυρο και να τον κατσαδιάσω, αλλά η φωνή του, μ΄όλο που ηταν βραχνή, είχε κάτι το συμπαθητικό.
Για ποιόν τραγουδάει άραγε; αναρωτήθηκα. Θάναι καμμιά σκληρόκαρδη γειτονοπούλα, που δεν εννοεί να ενδώση. Το πρωί θα ερευνήσω.
Αλλά που να ερευνήσω ; Απέναντι δεν υπήρχαν σπίτια. Ηταν οικόπεδα.Στο απο δεξιά διπλανό σπίτι καθόταν ενα ζευγάρι συνταξιούχοι. Και στο απο αριστερά διπλανό, μια οικογένεια που ειχε δυό αγόρια. Κορίτσια πουθενά. Κι επειτα, αυτός ο τύπος, στεκόταν ακριβώς κάτω απο το δικό μου παράθυρο. Που στο διάολο ηταν χωμένη η λεγάμενη που τον ειχε φέρει σε τέτοια αξιολύπητη θέση; Να ειχε στόχο την κυρία Ευτέρπη , αποκλείεται. Η γυναίκα ειχε πατημένα τα εξήντα πέντε και δεν σήκωνε ρομάντσα.
Και την τρίτη νύχτα, το πρόγραμμα επαναλαμβάνεται. Κατά τη μιάμιση ακούστηκε πάλι
«Ρόδον, ρόδον μου ωραίον μου μαραίνεις την καρδίαν και της αύρας ευωδίαν πανταχού διασκορπάς….»
Εξακολούθησε το ρεπερτόριό του κι εφυγε αργά. Ηταν η τελευταία φορά που εκανα υπομονή. Αν ξαναρχόταν και αύριο, θα πέρναγα στην αντεπίθεσι. Επεσα κατα τις δώδεκα. Ακρα ησυχία. Κι επειτα ενα μουρμούρισμα αναδεύτηκε στ’ αυτιά μου και ξύπνησα: «Ανοιξε το παράθυρο το κρυσταλλένιο τζάμι, πούχω δυό λόγια να σου πώ και ξανακλείστο πάλι….»»
Και ενώ ετοιμαζόμουν να σηκωθώ και ν’ ανοίξω το παράθυρο, για να του πώ τα λόγια που επρεπε, στα πατζούρια μου αντήχησαν κάτι κοφτοί κρότοι. Ηταν πετραδάκια που πετούσε ο ενοχλητικός αυτός κανταδόρος. Α ! Εδώ συμβαίνει παρεξήγησις. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο ανθρωπος θα νομίζη πως κάποιο άλλο πρόσωπο διαμένει εδώ μέσα και σ΄αυτό απευθύνει τους καϋμούς και τους οδυρμούς της καρδιάς του. Φανερό πως πρίν απο μένα θα καθόταν η σκληρόκαρδη στο εντιμο διαμέρισμά μου. Θα τον βγάλω απο την πλάνη τον άνθρωπο, να ησυχάση κι εκείνος κι εγώ.
Κι ανοίγω το παράθυρο. Ειναι πανσέληνος, ο δρόμος κολυμπάει στο φεγγαρίσιο ασήμι. Περιμένω να ιδώ κάποιον νέο, η οπωσδήποτε νέο, τέλος πάντων. Και οποία εκπληξί μου, οταν, μέσα στην πανδαισία του σεληνόφωτος, βλέπω εναν ψηλό και αδύνατο γέρο, με την κιθάρα στο χέρι. Η αγανάκτησί μου ξεφούσκωσε αμέσως.
-Εσείς τραγουδάτε; τον ρωτώ.
-Μάλιστα.
-Και πετάξατε και πέτρες στο παράθυρό μου, για ν’ ανοίξω το κρυστάλλινο τζάμι;
-Εγώ …Σας γίνομαι ενοχλητικός ισως, αλλά δεν δύναμαι να πράξω άλλως. Ο ερως.. ..Εχετε ερωτευθή καμμιά φορά ;
-Πολλές…
-Εγώ μόνον άπαξ. Διότι πιστεύω εις τον ενα και μοναδικό ερωτα. Και εις αυτόν επιμένω.
Εχει ερθει πολύ κοντά. Κι ‘οπως ειναι ψηλός και το παράθυρό μου λίγο χαμηλό-γιατί το κάτω πάτωμα ειναι σχεδόν ημιυπόγειο-δεν με χωρίζει ούτε ενα μέτρο απόστασι απο το κεφάλι του. Το πρόσωπό του ειναι πολυ συμπαθητικό, εχει μια γλυκειά ευγένεια κι ενα ασπρο μουστακάκι. Τι σόϊ ερωτευμένος, στα εξήντα χρόνια; και κανταδόρος μάλιστα. Ελα Παναγία μου !
-Ο ερως ειναι αναφαίρετον δικαίωμα παντός ανθρώπου, ανεξαρτήτως ηλικίας, φυλής και θρησκεύματος, του λέω μαλακά. Και η καντάδα επίσης , με κάποιους περιορισμούς. Παρ’ όλον οτι στην εποχή μας ειναι σύστημα χρεωκοπημένο.
-Εγώ επιμένω εις τα παλαιά.
-Να επιμένετε. Αλλά οφείλω να σας πληροφορήσω οτι εδώ δεν εμμένει πλέον το αγαπημένο σας πρόσωπον. Εδώ τώρα εμμένω εγώ. Η «εκείνη σας», εχει αλλάξει μίσθιον. Υποθέτω οτι θα εφυγε προ δέκα η είκοσι ημερών..
-Πρό είκοσι τεσσάρων ετών ! απαντά ο συμπαθητικός γέρος.
Αϊ, αυτό πια ηταν απο εκείνα που ακούει κανείς μια φορά στη ζωή του, η και καμμιά.
-Πρό είκοσι τεσσάρων ετών; λέω και νομίζω πως ονειρεύομαι.
-Μάλιστα. Εως τότε διέμενε εδώ. Την ειχα ιδή σ’ ενα αποκριάτικον χορόν και την ερωτεύθην. Ερχόμουν, λοιπόν και της εκανα καντάδες κάθε νύχτα.
-Μόνος;
-Οχι. Ειχα και δύο φίλους μου συνοδούς, που με σεγκοντάριζαν. Τον Παρασκευάν και τον Χαρίλαον.
-Και τώρα γιατι δεν εχονται πλέον;
-Απεβίωσαν
-Θεός σχωρές τους.
-Ευχαριστώ. Ρωμαντικός ερως οπως αντιλαμβάνεσθε. Διήρκησε τρία και ημισυ έτη. Οταν αρχισα την καντάδα μου, εκείνη ανοιγε σιγά-σιγά το παράθυρόν της-αυτό το παράθυρον εις το οποίον τώρα προβάλλετε σείς. Και έβλεπα το ωραιότατον και θεσπέσιον πρόσωπόν της, προικισμένον με όλας τας χάριτας της φύσεως. Α! αυτή δεν ητο γυναίκα, ητο θεά !….
-Και γιατί δεν την επήρατε;
-Την εζήτησα, δια γνωστού μου προσώπου, το οποίον ανέλαβε να μεσολαβήση. Αλλά ο σεβαστός και ασπλαχνος πατήρ της, απέρριψε παταγωδώς την πρότασίν μου, διότι ημουν πτωχός……..
-Λοιπόν;
-Ο ερως μας εξηκολούθει. Διότι ηγαπώμεθα. Εξηκολούθησα τις καντάδες μου. Εκείνη μου ερριπτε πότε-πότε κάποιο ρόδον, το οποίον ησπάζετο προηγουμένως. Τα εχω φυλαγμένα στο σπίτι μου. Κάποιαν νύχτα ετόλμησα να κρεμάσω και σχοινένια σκάλα και ν’ ανέβω εως εκεί. Ηταν ο μόνος ασπασμός που αντήλλαξα με το ίνδαλμά μου.
-Δεν επαναλάβατε το πείραμα;
-Οχι. Διότι επεσα και υπέστην κάταγμα των πλευρών. Οταν ανέρρωσα επανήλθον.
-Ωραία. Και οι σεβαστοί και άσπλαχνοι γονείς της, δεν σας έπαιρναν είδησι;
-Ο μέν πατήρ της ηταν βαρήκοος ! Η δε μήτηρ της, συνεπάθει το αίσθημά μας. Καί εποίει την νήσσαν!….
Ακριβώς. Τριάμισυ ετη διέρευσαν ετσι. Και μίαν ημέραν πληροφορούμαι οτι η εκλεκτή μου νυμφεύεται, με άνθρωπον που της επέβαλεν ο σεβαστός και σκληρός πατήρ της. Ενυμφεύθη και μετεκόμισεν εις άλλην οικίαν.
-Και σείς τι κάνατε;
-Εγώ ηξηκολούθησα τις καντάδες μου. Κατ’ αρχάς επρόβαλλεν η σεβαστή μήτηρ της, η οποία και συνέπασχε μαζί μου. Επειτα οι σεβαστοί γονείς απέθαναν. Οι ένοικοι ήρχοντο και παρήρχοντο και εγώ, συνέχιζα τις αισθηματικές μου μελωδίες
-Και τις συνεχίζετε ακόμη.
-Επι 28 συναπτά ετη. Σχεδόν δεν έλειψα μίαν νύχτα.
-Πολύ συγκινητικά ολ’ αυτά που μου λέτε καλέ μου κύριε, αλλα τι σκοπό εχει αυτή η επιμονή; Αφού εκείνη έφυγε….
-Μάλιστα. Αλλά ο έρως μου δεν εστρέφετο μόνον πρός την αγαπημένην μου, αλλά και πρός το παράθυρον, που την επλαισίωνε. Εκείνη εφυγε, το παράθυρον μένει. Αυτό το παράθυρον ειναι ο έρως μου, οι αναμνήσεις μου, το ίνδαλμά μου. Εδώ, που επρόβαλλεν εκείνη, θεσπεσία και αξιολάτρευτος. Εδώ εχω εναποθέσει την καρδίαν μου.
-Στο παράθυρο;
-Ναι, έτσι αγαπούσαμε εμείς οι παλαιότεροι, στους ρωμαντικούς χρόνους. Εκείνη τώρα εχει χοντρήνει, τα μαλλιά της εχουν λευκανθεί. Ειναι και πολύτεκνος. Αλλά εγώ νομίζω οτι την βλέπω πάντοτε νέαν, ωραίαν, και εξαισίαν ως άγγελον, όπως τότε……..
-Και δεν πρόκειται να παραιτηθήτε;
-Μα πώς να αποχωρισθώ απο το αγαπημένο μου παράθυρον; Ειναι η μόνη μου σκέψις.. Ας μη σας ενοχλώ πλέον. Καληνύχτα σας. Αύριον θα επανέλθω……
Και επανήλθε. Και ξαναεπανήλθε. Και ερχόταν κάθε νύχτα, για να μη μ’ αφήνη να ευχαριστηθώ ύπνο. Δεν του ξαναείπα τίποτα, γιατί ο συμπαθητικός κι’ ευγενικός γέρος, με ειχε συγκινήσει βαθειά. Ακόμα και ο πιό πεζός άνθρωπος του κόσμου, εχει μια τρυφερή χορδή στην κιθάρα της ψυχής του..
Ομως επρεπε να κοιμηθώ κιόλας. Η μιά σκέψη που εκανα ηταν ν’ αλλάξω σπίτι πρίν τον δώ καμμιά νύχτα να μου ανεβαίνη με σχοινένια σκάλα. Αλλά μιά δεύτερη, σοφώτερη, άστραψε στο νού μου. Και το δέκατο πέμπτο βράδυ, ανοιξα το κρυσταλλένιο τζάμι.
-Μπορώ να σας πώ ;
-Ορίστε.
-Το αγαπάτε πολύ το παράθυρο;
-Ειναι το μόνο που αγαπώ.
-Λοιπόν. Αν το βγάλω και σας το δώσω ολόκληρο, με τα παραθυρόφυλλα, τα τζάμια, το πλαίσιο, και το πρεβάζι….
-Θα κάνετε τέτοια θυσία; μ’ έκοψε με τρεμάμενη φωνή. Α! Τι υπέροχη χειρονομία !
-Θα εξακολουθείτε να επανέρχεστε;
-Διά ποίον λόγον; Αφού το παράθυρον θα το έχω εγώ; Θα το στήσω στην αυλήν του σπιτιού μου και θα κάνω εκεί τις καντάδες μου.
-Λαμπρά. Αυριο το βράδυ φέρτε ενα καροτσάκι να το παρετε !
Πρωϊ-πρωϊ έφερα μαστόρους, ξύλωσαν το παράθυρο κι εβαλαν καινούργιο. Και αργά το βράδυ, ο ευγενικός γέρος κουβάλησε ενα καροτσάκι και το φόρτωσε. Μούσφιξε το χέρι: Με κάνετε τον ευτυχέστερο άνθρωπο του κόσμου, μου είπε. Σας ευγνομονώ.
-Που ειναι το σπίτι σας;
-Ιορδάνου 86. Καληνύχτα σας.
Πέρασα κιόλας την άλλη νύχτα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ηταν μιά παλιά μονοκατοικία, με κήπο. Καθώς πλησίαζα άκουσα πάλι τη βραχνή φωνή του γέρου
» Ρόδον, ρόδον μου ωραίον….. «
Εσπρωξα σιγά την εξώπορτα και τον είδα με την κιθάρα, μπροστά στο παράθυρο που τόχε στήσει στην αυλή…..
Κι επειτα την έκλεισα σιγά και τράβηξα για ύπνο…..
ligakaikala.blogspot.gr
Advertisements