Ετικέτες


γραφει ο αρισταρχος

 Ήταν η τελευταία μάχη των αδερφοφάδων και το επόμενο λεπτό η αναγέννηση ”

where-im-going-e1341110701563

Βουβός ο ήλιος μια σπιθαμή ψηλά στην Δύση στέλνει τις τελευταίες του αχτίδες ανάμεσα σε καπνούς, χαράδρες και Ελληνικά κορμιά. Κάνει τον γύρο του αυχένα στο Φλάμπουρο για να σταματήσει πάνω στο ύψωμα 2522 του Γράμμου. Θαρρείς κι ο χρόνος σταμάτησε να μοιρολογήσει η δόλια μάνα τα νεκρά της παιδιά που κείτονταν άψυχα στο χώμα από το αδελφικό βόλι. 29 Αυγούστου του 1949 απόγευμα σταμάτησε ο χάρος το κροτάλισμα. Έπεσε νεκρική σιγή εκεί που λίγο πριν η κόλαση έδειχνε το πιο απάνθρωπο πρόσωπό της.  Ποια η σημασία της νίκης ή της ήττας, σάμπως υπήρχε τίποτα από αυτά; Μόνο αίμα και πόνος. Και είτε από δω είτε από κει η φτωχομάνα δέθηκε πίσω από το άρμα αυτών που της επέβαλλαν την σφαγή.

Ακούστηκε το μοιρολόι πάνω απ’ όλη τη χώρα. Κλάμα σπαρακτικό πέρα από ανθρώπινες αντοχές κι ενώθηκε με το ουρλιαχτό πόνου που έβγαζε η απλή μάνα που γεννοβολούσε σ’ ένα χαμόσπιτο. Ύστερα άχρονη σιωπή! Σαν κι εκείνο το αδυσώπητο κενό της δημιουργίας του κόσμου. Κι ύστερα…. έσκισε τον αέρα η βρεφική φωνή για το χαρμόσυνο νέο την έλευσης μιας ζωής κι έδωσε το μήνυμα στον θάνατο. Ένας Έλληνας γεννήθηκε, κι ο κάθε Έλληνας, κι η κάθε γέννα μια δύναμη ζωής απέναντι στη μοχθηρία της φυλής μας. Ήταν η τελευταία μάχη των αδερφοφάδων και το επόμενο λεπτό η αναγέννηση. Πήρα ανάσα, με το σταμάτημα κι έδωσα ζωή μετά τον τελευταίο θάνατο. Η Ελλάδα προώρισται να ζήσει…

Άρχισα να καταλαβαίνω την ύπαρξή μου σαν άνθρωπος στην μεταπολεμική δεκαετία του πενήντα σε μια χώρα που είχε ανοιχτές πληγές να αιμορραγούν και ανεργία/φτώχεια (μαζί παν)στο κόκκινο.  Δεν θυμάμαι από παιδάκι την ζωή μου χωρίς δουλειά κι ακόμη σήμερα φορτώνω την ανύπαρκτη ελεύθερη ώρα μου με δουλειά, γιατί έτσι έμαθα. Κάποτε ένας σιδεράς “αγράμματος”που άρχιζε τη δουλειά του με την ανατολή του ήλιου και τέλειωνε με την δύση μούλεγε “φοβάμαι, φίλε μου, πως η δουλειά μου και η αναψυχή μου μπερδεύτηκαν και έγιναν ένα. Η βιοποριστική μου ανάγκη όμως έδωσε στη δουλειά πολλά ποσοστά κι έτσι υπερκάλυψε την αναψυχή ώστε να μην ευχαριστιέμαι καν αυτό που αγαπώ να κάνω. ”  Έτσι έγινε και σε μένα, και στους περισσότερους της γενιάς μας. Το καλοκαίρι, Σάββατο τέλειωνε το σχολειό  και την Δευτέρα επτά το πρωί έπιανα δουλειά καλφάκι(μαθητευόμενος).   Προσυμφωνία για αμοιβή δεν υπήρχε οπότε, ότι το αφεντικό προηρείτο!

Αυτά συνέβαιναν στην πρώτη δεκαετία του πενήντα αμέσως μετά τον αδελφοκτόνο πόλεμο που μας επέβαλλαν πάλι τα “φιλαράκια “ μας κι από δεξιά κι από αριστερά. Δηλαδή τα ίδια αποχετευτικά και τότε. Μας κόλλησαν σ’ αυτή την δεκαετία και ένα σλόγκαν γραμμένο με σινική μελάνι να μην ποτέ το ξεχνάμε. “Ελλάδα η φτωχομάνα”. Έτσι για να νιώθουμε πάντα τη φτώχεια μας, κι όταν θάρχονταν η ώρα για να αποκαλυφθούν οι θησαυροί της κακόμοιρης να μην είχαμε απαιτήσεις. Τα χρήματα είναι πάντα ευπρόσδεκτα όσα και όποτε δοθούν.  Σ’ αυτή τη δεκαετία γίνεται η δεύτερη μεγάλη προσφυγιά, κυρίως προς την Γερμανία. Πόσο γελοίο ακούγεται. Μας γκρέμισαν το σπίτι αυτοί κι εμείς τρέξαμε να ανοικοδομήσουμε το δικό τους. Είναι η δεκαετία που το δολάριο γίνεται 30δρχ από 15δρχ που ήταν, κι όσοι κατείχαν τέτοιο νόμισμα διπλασίασαν τις περιουσίες τους. Είναι η δεκαετία των καραβιών Liberties αντί για βιομηχανία. Είναι η δεκαετία που όλος ο κόσμος στην γωνιά γλείφει τις πληγές του από την Γερμανική λαίλαπα και των παρατρεχάμενων της και μόνο η Ελλάδα δεν ξέρει τι να συμμαζέψει από τα ασυμμάζευτα. Στοιβαγμένοι εβδομήντα και ογδόντα μαθητές σε μια αίθουσα ξεριζώνουμε τ’ αυτιά μας να ακούσουμε, να μάθουμε ποιος ήταν ο Λεωνίδας, τι έκανε ο Αλέξανδρος, τι έλεγε ο Σωκράτης. Ανομολόγητη φτώχεια που οι παιδικές μασέλες έλιωναν χαρούπια για να δέσουν νιάτα και ζωή. Ευτυχώς για μας, ήμασταν παιδιά και παίζαμε με ξύλινα σπαθιά και τσατάλες. Δυστυχώς για τους γονείς μας, σπατάλησαν την νιότη τους σε πολέμους και υποδούλωση.

Αδυσώπητος ο χρόνος γυρνά με την ταλάντωση ενός παλανσιέ την άγκυρα για να ακουστεί ο σταθερός χτύπος του τικ-τακ και σωρευτικά να φανούν τα λεπτά οι ώρες, οι μέρες. Γύρισε η δεκαετία στο εξήντα κι εγώ μπαίνω στην εφηβία και αρχίζω να ανακαλύπτω τι κρύβω μέσα στο κρανίο μου, μέσα στα ρούχα μου. Συμβαίνουν πολιτικά γεγονότα στα οποία συμμετέχουμε σαν νεαροί και άγουροι από όλες τις πλευρές με αποκορύφωμα το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967. Σ’ αυτή την δεκαετία θα υπογραφούν οι περισσότερες συμβάσεις για βιομηχανικές επενδύσεις. Προς το τέλος της θα ολοκληρωθούν και θα αρχίσουν να ζητούν εργαζόμενους και… επί τέλους! Θα αρχίσει να λαδώνει το αντεράκι του ο φουκαράς ο Έλληνας. Μαζί άρχισε και η απόδοση των μεταναστών σε συνάλλαγμα να μπαίνει στην φτωχομάνα. Όπως και στην δεκαετία του πενήντα έτσι και σ’ αυτή του εξήντα αλλά και στην μετέπειτα του εβδομήντα είχε εφαρμογή το ρητό που φώναξε στους Ρωμαίους ο Γαλάτης Βρέννος Vae Victis  “ουαί τοις ηττημένοις”. Και βοθροκαθαριστής για να γίνεις έπρεπε να προσκομίσεις “Απόσπασμα κοινωνικών φρονημάτων”! Και, αλίμονο αν ο παππούς σου ήταν αντάρτης στο βουνό. Αλίμονο αν διάβαζες αριστερίστικο τύπο. Και σαν τέτοιος εννοούνταν ο κάθε “μη μεθ’ ημών!”

Η δεκαετία του εβδομήντα, στις αρχές της, μπαίνει πολιτικά στον γύψο μέχρι το Νοέμβρη του ’73 οπότε ξεσπάει το Πολυτεχνείο(καλό το άλοθι για κάποιους αγωνιστές μετέπειτα αντιστασιακούς που θα κάνουν πολιτική καριέρα. VivaGrecia!) και μπαίνουμε σε πιο χοντρό νάρθηκα με τον Ιωαννίδη. Η χώρα θα βρεθεί ανήμπορη το 1974 όταν οι Τούρκοι θα εισβάλλουν στην Κύπρο. Ανήμποροι να βοηθήσουμε μια δική μας φάρα, η μόνη στον κόσμο. Οι μόνοι αδελφοί μέσα στην παγκόσμια αναδελφότητα.  Αναγνωρίζεται σαν νόμιμο το ΚΚΕ, γυρίζει ο Ανδρέας Παπανδρέου στην Ελλάδα και δημιουργείται το ΠΑΣΟΚ. Κι εμείς οι της ίδιας γενιάς, οι σημερινοί εξήντα… τόσο δένουμε τα νιάτα μας με την δουλειά. Ναι, δουλειές υπήρχαν πολλές.

Το 1978 θα με βρει στα τριακονταετή μου γενέθλια. Είναι η ηλικία που επηρεάζει με την δυναμικότητά της τα πάντα. Είναι η ηλικία που ο άντρας ωθείται από το ένστικτό του να δημιουργήσει καριέρα, οικογένεια. Έτσι, αυτή η γενιά που σήμερα τρέχει στην δεκαετία των εξήντα αρχίζει να διαμορφώνει με την δυναμική της ένα σκηνικό που θα δώσει στα παιδιά της μια αποφράδα χρονιά. Το 2010, έτος μνημονίου. Έτος που χάνει πια η πατρίδα μας κυριαρχικά δικαιώματα και γίνεται το σούργελο ακόμη και… των πεταμένων.

1980! Διαβάζω “αιρετική ” εφημερίδα, την Ελευθεροτυπία! Την κρύβω κάτω από την μασχάλη μου μη και την δει ο πρώην μπάτσος που τώρα δουλεύει στην πύλη του εργοστασίου σαν αρχιφύλακας και με κακοχαρακτηρίσει. Αν φοβόμουν; Μα πως θαρρείς πως μεγαλώσαμε. Έτσι λεύτεροι σαν και σας; Μεγαλώναμε με βιωματικά ραγιάδικα γνωμικά του τύπου “του δειλού η μάνα δεν κλαίει ποτέ”, “Σκυμμένο κεφάλι δεν το πιάνει σπαθί” . Μέχρι την δεκαετία του ογδόντα τις στρατιωτικές αγορές από Αμερική τις έλεγαν βοήθεια. Κάποτε πετάξαμε την κακομοιριά και νιώσαμε πραγματική ελευθερία. Μπορούσα τώρα να μιλώ για τα πιστεύω μου τις ανησυχίες μου χωρίς κανένα απολύτως φόβο, τουλάχιστον εμφανή(άσε τι γινόταν στον  πίσω λοβό). Ανήκουστα και πρωτοφανή πράγματα!

Η δεκαετία του ογδόντα ήταν αναμφίβολα του ΠΑΣΟΚ. Έβαλε τον κόσμο στην εξουσία και το κόμμα στην διακυβέρνηση της χώρας. Έκλεισε και μέσα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας την δεξιά, της έδωσε όμως αντικλείδι, και άρχισε την πολιτική των δανεικών. Άρχισε ο κοσμάκης το στενό πάρε δώσε με τους πολιτικούς κι εγώ έξυνα το κεφάλι μου από το θράσος συνδικαλιστών να μπαίνουν σε υπουργικά γραφεία χωρίς καν να χτυπούν. Αυτό σήμαινε σοσιαλισμός; Ο Θανασάκης, κάποιος Γκρούεζας, ο συνδικαλιστής ορμήνευε τον υπουργό να μου δώσει το δάνειο, που ποτέ δεν πήρα, για να αγοράσω σπίτι. Κι εγώ, ο μεροκαματιάρης, βολευόμουν και τους βόλευα. Και ποτέ δεν ζήτησα από τον εαυτό μου εξηγήσεις για το που θα πήγαινε το καράβι. Κουτοπονηριά ή μέχρι εκεί μ’ έκοβε; Το μόνο που δεν υποψιάζονταν κανένας τουλάχιστον από το απλό το πόπολο ήταν αυτό το χρέος. Αν κάνουν πως δεν τόξεραν αυτοί που ήσαν και τότε στην διαχείριση των πραγμάτων… έ τι να πω. Υποκρισία; Αδιαφορία; Ανικανότητα; Βλακεία;

Η δεκαετία του ενενήντα δεν αργεί να ρθει και ο κάθε ψαγμένος αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως κάπου τα πράγματα σφίγγουν. Εγώ ο μικρομεσαίος εργαζόμενος στην βαριά βιομηχανία με τις καλές, σε σχέση με μικροβιοτεχνίες, αμοιβές συνεχίζω να δουλεύω ασταμάτητα καθημερινές, Κυριακές, γιορτές με το κεφάλι σκυμμένο δίκην βλακώδους ψαρά που μεσοπέλαγα ψαρεύει χωρίς να παρακολουθεί και τον καιρό. Κι ο καιρός μαζεύει σύννεφα μαύρα αλλά η καταιγίδα ακόμα δεν φαίνεται κι ας βροντάν τα χρηματιστήρια και τα τοξικά ομόλογα. Ξαφνικά οι μπατίρηδες έγιναν με λεφτά και τα παίζουν στο χρηματιστήριο. Άμα χορτάσει η ψείρα βγαίνει και στον γιακά. Μεγατόνων το σκάνδαλο αλλά καλά κουκουλωμένο, όπως όλα άλλωστε στην φτωχομάνα Ελλάδα. Κι εμείς; Τι κάναμε εμείς οι απλοί ψηφοφόροι; Τίποτε! Απλά τους ψηφίζαμε γιατί απλά τα καταφέρναμε. Άλλοι πολύ άλλοι λίγο. Παντού γινόταν πάρτι. Παντού μπάχαλο.

Με την είσοδο στην ΟΝΕ, εμείς οι μεροκαματιάρηδες οι εκτός τραπέζης από αυτούς που τάτρωγαν όλοι μαζί, κάναμε κοιλιά. Ο μαϊντανός από μισή δραχμή έγινε μισό ευρώ!(170δρχ). Οι πατάτες από 150δρχ πήγαν 80λεπτά(270δρχ!). Όλα εκτινάχτηκαν κατ’ αναλογία. Που ήταν η κυβέρνηση να προστατέψει τον μικρό; Ανύπαρκτη. Έπαιζαν Σημίτης και κληρονόμος του ΠΑΣΟΚ (Γιωργάκης) με το δαχτυλίδι της εξουσίας. Και το πήρε ο Γιώργος αλλά την εξουσία δεν πήρε. Πήραμε όμως τους Ολυμπιακούς. Εκεί έγινε το πάρτι της… Ολυμπιάδος. Έτσι, κύλισε η πρώτη δεκαετία της τρίτης χιλιετίας από γεννήσεως Θεανθρώπου του Χριστού ημών, βοήθειά μας! Τα υπόλοιπα γνωστά τοις πάσι.  Μπροστά στην απολογία μου στέκομαι και τι άλλο να πω παρά να ομολογήσω πως…

–          Φταίω που ανέχτηκα όλα αυτά του τύπου Γκρούεζα κομματόσκυλα να  μου ορμηνεύουν την ψήφο με διάφορα συγγενικά και άλλα τερτίπια

–          Φταίω που ανέχτηκα τα κλεφτρόνια να με κλέβουν, να με δουλεύουν και να με φτύνουν

–          Φταίω που κατά καιρούς για διευκόλυνσή μου τους χρησιμοποίησα

–          Φταίω που άφησα ξέφραγη την πατρίδα μου στα σκυλιά

–          Φταίω που μ’ έβαζαν σε πειρασμό με ένα διαζευκτικό “με απόδειξη ή χωρίς”. Και δεν καταλάβαινα πως το διπλοπλήρωνα.

–          Φταίω για πολλά, φταίω για όλα

–          Φταίω που τους άφησα και μου πήραν την μισή μου σύνταξη, ιδρώτας 35χρόνων!

–          Το μεγαλύτερο όμως φταίξιμο μου είναι πως τους άφησα να κλέψουν τα όνειρα των παιδιών μου και τους ανέχομαι ακόμα.

–          Μόνο μου ελαφρυντικό η ανόθευτη λαχτάρα μου να μην πεινάνε τα παιδιά μου και να σπουδάσουν  για να τα κάνουν οι πολιτικοί μπαγάσηδες υπαλλήλους των 580ευρώ με μεταπτυχιακά.

Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ζητήσω ταπεινά από τα νιάτα της πατρίδας μου μια μεγάλη συγνώμη για το μπάχαλο που τους παραδίδουμε. Πάνω στην λαχτάρα μας για κοινωνική ισότητα και ευημερία τα κάναμε όλα… Και μ’ αυτή μας την αδυναμία τα κάναμε δυστυχισμένα να ψάχνουν  στους δρόμους του κόσμου να βρουν τον παράδεισο που τους τάξαμε.

Τι άλλο, ντροπή! 

Advertisements