Ετικέτες


γραφει η Ρένα Ραψομανίκη
fuga10
Όνειρο ήταν και πάει. Ξέρεις δα πόσο άσχημα παίζω σκάκι. Άλλες κινήσεις είχε σχεδιάσει ο αντίπαλος. Και δεν ήταν όποιος- όποιος. Με τον μαύρο ιππότη έπαιζα την τελευταία παρτίδα. Η διάψευση ήταν σκληρή. Τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων ανελέητα: οι καρκινικοί δείκτες στα ύψη. Η μαγνητική τομογραφία ξεκάθαρη: μετάσταση στα οστά. Μια οδυνηρή επανάληψη της αγωνίας. Εννέα χάπια την ημέρα δεν είναι και λίγα! Τώρα πια εκείνο που με τρομοκρατούσε δεν ήταν ο θάνατος, αλλά η ιδέα να πεθάνω μέσα σε πόνους. Μελέτησα με προσοχή την ιδέα του “τουρίστα αυτοκτονίας”. Έμαθα όσα ήταν απαραίτητα για την κλινική της Ζυρίχης. Δεν χρειάστηκε. Τ’ αυτοκόλλητα μορφίνης κάνουν πολύ καλά την δουλειά τους. Μόνο  που θέλω όλο να κοιμάμαι.

Σου έχω  μιλήσει ποτέ για την προσωπική μου θεωρία περί ύπνου; Φαντάσου μια γιγάντια σκακιέρα με έναν τεράστιο αριθμό από μαυρόασπρα τετραγωνάκια. Όταν ξυπνάμε, τα κύτταρά μας είναι προσεκτικά τοποθετημένα πάνω σ’ αυτά τα κουτάκια. Κάθε κύτταρο στην ακριβή του θέση, πιόνια τοποθετημένα με μια αρμονική τάξη που δεν συγχωρεί ατέλειες όπως ακριβώς τα ιόντα στο κρυσταλλικό πλέγμα ενός στερεού. Στη διάρκεια της εγρήγορσης τα πιόνια αρχίζουν να κινούνται εκτελώντας τις επιτρεπτές κινήσεις –κάποιες φορές κάνουν και του κεφαλιού τους. Η τάξη διασαλεύεται, η αρμονία καταστρέφεται. Κάθε μετακίνηση και μια αίσθηση ευχάριστη ή δυσάρεστη. Κάθε αλλαγή θέσης και ένα συναίσθημα γλυκό ή πικρό. Κάθε ανασάλεμα ένα χρώμα ζωντανό ή ξέθωρο. Κάθε χημική αντίδραση και μια ιδιαίτερη γεύση. Με δυο λόγια ζωή. Γιατί  η ζωή στη βασική δομική της μονάδα είναι κίνηση. Κάποια στιγμή έρχεται εκείνη η ακαταμάχητη αίσθηση της νύστας που είναι το πιο ξεκάθαρο, σχεδόν αποκωδικοποιημένο,  μήνυμα που στέλνει το σώμα για να δείξει πως κουράστηκε από την τόση αταξία, πως δεν αντέχει άλλη αύξηση της εντροπίας και λαχταράει την οργάνωση σε συγκεκριμένη δομή.

Στη διάρκεια του ευλογημένου ύπνου πραγματώνεται η αντίστροφη διαδικασία. Αναδόμηση! Κάθε κύτταρο πίσω στο κουτάκι του, η τάξη επανέρχεται, η θεϊκή αρμονία είναι πάλι εκεί για να αρχίσει να αποσταθεροποιείται με το πρώτο ξύπνημα. Όποιος έχει απολαύσει έναν χορταστικό ύπνο, έναν ύπνο που δεν διακόπηκε βίαια από τον ήχο του ξυπνητηριού, όποιος έχει ξυπνήσει αυθόρμητα απλώς επειδή χόρτασε τον ύπνο, εκείνος έχει βιώσει τη μοναδική στιγμούλα που η σκακιέρα του είναι έτοιμη να ξεκινήσει την παρτίδα. Εκείνη τη στιγμή ο οργανισμός του είναι βρεφικός, άσπιλος, αμόλυντος. Η πρώτη σκέψη ή η πρώτη αίσθηση τερματίζει την ακινησία και  δίνει το έναυσμα σε μια ακόμα παρτίδα. Ευτυχώς… Λατρεύω τον ύπνο μόνο και μόνο γιατί μου δίνει την χαρά ενός υπέροχου ξυπνήματος που είναι κάθε φορά ένα ξαναγέννημα. Μα τώρα  ο ύπνος μου δεν δημιουργεί αναδόμηση. Μια αρρωστημένη υπνηλία είναι όπου η νύστα δεν είναι ξεκάθαρη, ο ύπνος δεν είναι κάθαρση,  η εγρήγορση δεν δημιουργεί κίνηση κι όλα μαζί μπλέκονται φτιάχνοντας μια μπερδεμένη κατάσταση όπου το ξύπνημα δεν είναι άγγελμα ζωής, αλλά προάγγελμα θανάτου.

Με τούτα και κείνα τέλειωσε το λαδάκι στο καντήλι της ζωής μου. Το βλέπω στα μάτια των δικών μου, το μαντεύω από τα μισόλογα των γιατρών, αλλά κυρίως μου το ψιθυρίζει το σώμα μου που έχει πάψει να αντιδρά. Δεν με βασανίζει πια. Κάθεται ήρεμο, φοβισμένο, ζαρωμένο σε μια γωνιά σαν δαρμένο σκυλί,  και περιμένει…. Μου φέρνει στο νου εκείνη τη λαβωμένη γερακίνα. Την είχε ανακάλυψε ο σκύλος μου, σε κάποια βόλτα μας, κουρνιασμένη κάτω από ένα θάμνο. Μας κοίταζε με άδεια μάτια χωρίς τρόμο, ολότελα παραιτημένη, ολότελα αδειασμένη από το ένστικτο της διεκδίκησης της ζωής. Ούτε καν το δυνατό αλύχτισμα του σκυλιού δεν στάθηκε ικανό να την βγάλει από την απάθεια. Εκείνη βρήκε περίθαλψη στην Αίγινα, όπου την έστειλα.
Εμένα πού θα με στείλουν;
 
Μην λυπηθείς για μένα.  Η ζωή στάθηκε πολύ γενναιόδωρη μαζί μου. Δεν έβαλε εμπόδιο σε καμία από τις επιλογές μου. Έζησα σε μια από τις αγαπημένες μου αλπικές λίμνες. Εκείνες, ξέρεις,  που περιβάλλονται από πανύψηλα βουνά ικανά να φρενάρουν ό,τι προέρχεται από τον έξω κόσμο με διάθεση  να ταράξει την ηρεμία. Οι δυνατοί άνεμοι εμποδίζονται να κατέβουν και να αναστατώσουν την γαλήνη που επικρατεί. Ο ουρανός καθρεφτίζεται στην αρυτίδωτη επιφάνεια καταγάλανος ή χαμηλώνει συννεφιασμένος να γίνει ένα με το νερό. Πήρα πολύ αγάπη στη ζωή μου κι αυτή ήταν που έφτιαξε ένα τείχος προστασίας γύρο μου κι εμπόδιζε κάθε κακό να με πλησιάσει. Όλες μου οι ρυτίδες είναι ρυτίδες γέλιου.

Όχι πως δεν ήθελα να ζήσω κι άλλο. Είχα πολλά να γευτώ. Ήθελα να θαυμάσω κι άλλα ηλιοβασιλέματα, κι άλλες ανατολές του φεγγαριού. Ήθελα να χαζέψω πολλές φορές ακόμα τα αστέρια από την απόλυτη σκοτεινιά κάποιου βουνού, να νιώσω στο κορμί μου την κρυστάλλινη  αίσθηση της παγωμένης θάλασσας. Ήθελα να δω κι άλλες φορές τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν, τη βερικοκιά του κήπου μου κατάφορτη, να γέρνει τα κλαδιά της από το χρυσοκόκκινο βάρος. Ήθελα να ακούσω τις εξομολογήσεις κάποιας έφηβης εγγονής -μιας μικρής Αίγλης ίσως- για τους πρώτους καλοκαιρινούς της έρωτες. Ήθελα να διαβάσω κι άλλα βιβλία –ευτυχώς οι άνθρωποι δεν παύουν ποτέ να γράφουν. Ήθελα να ακούσω κι άλλες μουσικές, να δω κι άλλες ταινίες. Ήθελα κι άλλο να χορέψω –ποτέ δεν χόρτασα το χορό. Ήθελα να ακούσω πολλές φορές ακόμα  το Μπολερό του Ραβέλ. Ήθελα να χαρώ ξανά και ξανά το κελάηδημα των αηδονιών την αυγή. Ήθελα να νιώσω ξανά στον ουρανίσκο μου εκείνη την ανεπανάληπτη γεύση των άγριων σπαραγγιών που μάζευα στα χέρσα χωράφια κάθε Μάρτη. Ήθελα να διαβάσουμε ξανά μαζί κάποιο ποίημα λέξη-λέξη και να απολαύσω τη δημιουργική μας διαφωνία. Υπάρχει όμως μια ενοχή στην ευτυχία. Αν η πίτα της ευτυχίας είναι συγκεκριμένη, ό,τι παραπάνω από τον μέσο όρο έχω γευτεί είναι κλεμμένο από κάποιον άλλο. Κι αυτό είναι άδικο.

Μένει κάτι ακόμα.
Το μυθιστόρημα της ζωής μου.
Ποτέ δεν το παραδέχτηκες. Προσπάθησες να με πείσεις πως είναι δημιούργημα της φαντασίας μου. Έφτιαξες μάλιστα ολόκληρη θεωρία για να με πείσεις. “Ξέρεις, δα, πως λειτουργεί η «μνήμη». Φτιάχνεις σήμερα έναν υποθετικό σκελετό της ιστορίας σου κι αύριο προσθέτεις έναν όροφο ακόμα και την άλλη το σοβαντίζεις και το μπογιατίζεις… και να μπροστά σου ένα οικοδόμημα που το πιστεύεις αδιαπραγμάτευτα αληθινό”. Σε άφηνα να τα εξηγείς τόσο παραστατικά και μέσα μου χαμογελούσα. Ήταν η μνήμη σου απέναντι στην δική μου, ήταν ο λόγος μου απέναντι στον δικό σου. Γιατί να πιστέψω εσένα κι όχι εμένα;
Και τι είναι πιο αληθινό από εκείνο που πιστεύουμε για αληθινό;
Όλα τα δόγματα εκεί δεν στηρίζονται; Στην πίστη για το αληθινό που είναι αλήθεια χωρίς απόδειξη, χωρίς προϋποθέσεις.
Ποιος σώφρων άνθρωπος θα παραδεχτεί πως δεν είναι αληθινή η εικόνα του νυχτερινού ουρανού που βλέπει με τα μάτια του; Μα οι αστρονόμοι θα τον διαβεβαιώσουν, αραδιάζοντας ατράνταχτα επιχειρήματα,  πως η εικόνα που βλέπει είναι μια απατηλή απεικόνιση όπου παρόν και παρελθόν μπλέκονται και το αστέρι, που η μαγευτική του λάμψη σε θαμπώνει,  δεν υπάρχει πια. Πέθανε, χρόνια πριν.
Και από τις σπουδές μας τι διδαχτήκαμε;  Δεν μπορείς, λέει, να ξέρεις ποια είναι στ’ αλήθεια η ακριβής θέση ενός σωματιδίου, γιατί αν την μάθεις τότε δεν θα ξέρεις την αληθινή του ταχύτητα. Η περίφημη αρχή της αβεβαιότητας που ταρακούνησε συθέμελα ένα οικοδόμημα κατασκευασμένο από βεβαιότητες.
Η αλήθεια! 
Δεν υπάρχει πιο απατηλή έννοια.

Αλήθεια ή όχι το στοίχημα το έχασα παταγωδώς.
Το αναγνώρισα και θέλησα να πληρώσω.
Και τότε συνέβη το θαύμα!
Γιατί μπορεί η ασήμαντη ζωή μου να μην έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για ένα συγγραφέα, αλλά η ζωή μου σαν αντίστιξη της δικής σου… Α, εκεί το θέμα αλλάζει. Κι αφού δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε κάτι άλλο μαζί… Ε, ας είναι αυτό το μοναδικό κοινό μας δημιούργημα. Κι έχω ένα αισιόδοξο προαίσθημα ότι κάποιος καλοπροαίρετος αφηγητής θα βρεθεί να συμπεριφερθεί στην ιστορία μας με την τρυφερότητα που της αξίζει και ότι το «Ξωτικό» θα κάνει μια μοναδική εξαίρεση εκδίδοντας ένα μυθιστόρημα.

Δεν σε αποχαιρετώ. Δεν μου πάνε τα μελοδραματικά. Σκέψου πόσο εξωπραγματικό ήταν να κουβεντιάζουμε το ’68 – Γενναδίου και Ακαδημίας γωνία – για μια συνάντηση το 2000. Κι όμως έγινε πραγματικότητα. Και γιατί όχι; Φαντάσου μια, εξίσου εξωπραγματική, τρίτη διασταύρωση μας κάπου… κάποτε…
Σε γλυκοφιλώ
Αίγλη
Βουβαθήκαμε. Ούτε ξέρω για πόσο. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου.  Κοντεύαμε να φτάσουμε, η βροχή είχε κοπάσει, μια υποψία ήλιου τρύπησε ένα σύννεφο κι ήρθε κι έκατσε πάνω στα μαλλιά του Μιχαλιού. Εκείνος γύρισε και με κοίταξεστα μάτια και, για πρώτη φορά, το βλέμμα του δεν ήταν θολό και σβησμένο. Είδα τη λάμψη της ζωντάνιας, άκουσα έναν καινούργιο τόνο στη φωνή του κι ένιωσα να μπαίνει σε κίνηση εκείνη η δύναμη της ζωής που αντιπαλεύει τη λήθη κι επομένως τον θάνατο. Γιατί ο μόνος θάνατος είναι η λήθη
-Λοιπόν, τι λες; Θα την δεχτείς την πρόκληση; Θα το γράψεις αυτό το μυθιστόρημα;
 
 
 
 
ΤΕΛΟΣ

 

Advertisements