Ετικέτες


γραφει η Ρένα Ραψομανίκη
fuga9
Η φωνή του Μιχαλιού έσπασε με τις τελευταίες λέξεις. Φάνηκε εξαντλημένος μετά από την τόσο μεγάλη προσπάθεια που έκανε για να μιλήσει και σώπασε. Η σιωπή είναι αβάσταχτη όταν είναι τόσο συγκινησιακά φορτισμένη. Ζήτησα μια μικρή στάση για καφέ. «Φυσικά… φυσικά, οδηγείς τόση ώρα…» είπε λες και είχε μόλις ξαναγυρίσει στην πραγματικότητα.  Όταν ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο τον είδα να ψάχνει νευρικά στις τσέπες του απ’ όπου ανέσυρε ένα διπλωμένο φύλλο χαρτί. Το τσαλάκωσε  και το έσφιξε μπάλα στη γροθιά του σαν να ήθελε να το εξαφανίσει από προσώπου γης. Ύστερα άλλαξε γνώμη και άρχισε να το ισιώνει πάνω στον μηρό του, έτσι όπως ισιώνουν τα νεαρά κορίτσια από την Κούβα τα φύλλα του καπνού πάνω στα μελαψά μπούτια τους, μια εικόνα που φαντασιώνονται οι χρήστες καθώς απολαμβάνουν ένα πούρο Αβάνας. (Τα ‘βαλα για μια ακόμα φορά με το μυαλό μου που παρήγαγε τέτοιες σαχλές και άσχετες σκέψεις αυτή τη στιγμή, το δικαιολόγησα όμως γιατί καταλάβαινα την προσπάθειά του να απωθήσει την πραγματικότητα).
Ο Μιχαλιός άρχισε να διαβάζει. Μα η φωνή του λίγο-λίγο αλλοιώθηκε και ξεθώριασε, έχασε την προσωπική της χροιά και η ηχώ που ερχόταν από το βάθος  την επικάλυπτε. Θα έπαιρνα όρκο πως δεν ήταν υποβολή και πως άκουγα την ίδια την Αίγλη.
 
Ψυχή τση ψυχής μου… ακριβέ μου Μιχαλιέ, 
μπορώ να διακρίνω  την έκπληξη στα μάτια σου, μπορώ να νιώσω την πίκρα στο λαιμό σου.  “ Περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου”.
-Δεν θα ξαναχαθούμε πια, εκτός αν το θελήσεις εσύ, είχες υποσχεθεί χωρίς να λογαριάσεις πως δεν είμαστε αυτεξούσιοι, χωρίς να υπολογίσεις τη δύναμη του μαύρου ιππότη. Μα, να, που τώρα ο θάνατος μας χωρίζει. Κανένας άλλος δεν θα το μπορούσε.

Ο Ιούλης του 2000 ήταν καυτός. Ένα κυριακάτικο πρωινό, ξύπνησα νωρίς, να εκμεταλλευτώ την πρωινή δροσιά να μαγειρέψω. Στεκόμουν όρθια πάνω από την κατσαρόλα ανακατεύοντας προσεχτικά μια μπεσαμέλ. Όλα ήταν ήσυχα, κανένα σύννεφο δεν φαινόταν στον ορίζοντα. (Εκ των υστέρων αποδείχτηκε πως βρισκόμουνα στην ηρεμία που επικρατεί στο μάτι του κυκλώνα και δεν θα αργούσα να παρασυρθώ από τη δίνη του.) Η σκέψη μου ήταν σε σένα και στην απάντηση που περίμενα με ανυπομονησία: ήσουν ή δεν ήσουν μέλος της 17Ν; Ο Άγγελος, κρατώντας μια κούπα καφέ και κατευθυνόμενος προς τη βεράντα, ήλθε αλαφροπάτητος από πίσω  και με το ελεύθερο χέρι του αγκάλιασε το αριστερό μου στήθος. Μια συνηθισμένη τρυφερότητα που, καθώς με έβγαλε από τις σκέψεις μου,  με ξάφνιασε και με έκανε να τιναχτώ. Εκείνος ασυναίσθητα έσφιξε το στήθος, να μην το χάσει λες.
-Τέτοια κάνε μου αν θέλεις να φας σβολιασμένη κρέμα…
Εκείνος χαλάρωσε το σφίξιμο, πήρε το χέρι του και τότε φάνηκε ο καφέ λεκές που είχε αφήσει πάνω στο λευκό φανελάκι που φορούσα χωρίς σουτιέν.
-Πρόσεξε καημένε, με λέρωσες με τον καφέ σου.
Κοίταξε, με την έκπληξη του αθώου που τον κατηγορούν άδικα, την παλάμη του που ήταν πεντακάθαρη και την κούπα του που ήταν άθιχτη.
-Δεν είναι καφές.
Αν δεν είναι καφές τότε τι είναι; 
Αίμα ήταν, σκοτωμένο καφετί αίμα που είχε βγει με την πίεση από τη θηλή μου.
 
Άρχισε μια Οδύσσεια από ιατρικές εξετάσεις, όπου η ελπίδα εναλλασσόταν με την απογοήτευση. Κάθε εξέταση που έβγαινε καθαρή μου έδινε φτερά, κάθε  σκιά αμφιβολίας που ήθελε παραπέρα διερεύνηση  με καταβαράθρωνε. Αμέτρητοι άνθρωποι έχουν περπατήσει τα ίδια μονοπάτια της δοκιμασίας. Είναι μια κάποια παρηγοριά, αλλά τελικά ο καθένας είναι μόνος μπροστά στο Γολγοθά του και μόνος θα τον αντιμετωπίσει. Κάποια στιγμή τα ψέματα τελείωσαν. Ο πατέρας είχε γράψει στο DNA  των κυττάρων μου τη φοβερή λέξη “καρκίνος”. Θυμάσαι πώς το ’λεγε ο καθηγητής βιολογίας; “ Η μείωση είναι η πρώτη ζαριά της ζωής μας”. Μια και δεν είχα νοοτροπία τζογαδόρου, η φράση με συγκλόνισε συνειδητοποιώντας πως κάποιος είχε την εξουσία να παίζει στα ζάρια τη ζωή μου, ερήμην μου.
  
Στην αρχή δεν το πιστεύεις. Κάποιο λάθος έχει γίνει. Δεν μπορεί. Ένα κακό όνειρο είναι. Σε λίγο θα ξυπνήσω και θα είναι όλα όπως πριν. Σιγά–σιγά έρχεται η αποδοχή. Και θέλεις να μάθεις λεπτομέρειες. Ανοίγεις βιβλία, ανοίγεις ιστοσελίδες, ρωτάς.  Τι είδους καρκίνος; Επιθετικός ή μη; (Καλπάζων, αποδείχτηκε ο δικός μου.) Σε πρώιμο ή προχωρημένο στάδιο; Πως αντιμετωπίζεται; Υπάρχει θεραπεία; Υπάρχει κίνδυνος μετάστασης; Αβέβαιες οι απαντήσεις: θα δούμε πώς θα αντιδράσει ο οργανισμός στην αγωγή. Αόριστες ελπίδες: έχεις μια πολύ καλή φυσική κατάσταση, δεν έχεις πάρει ποτέ φάρμακα, έζησες μ’ έναν υγιεινό τρόπο ζωής…

Ήταν σύμπτωση που τότε ακριβώς ζήτησες  τη γυμνόστηθη φωτογραφία μου; Μήπως ονομάζουμε συμπτώσεις εκείνες τις διεργασίες που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε; Μήπως για όλα υπάρχει κάποιο σχέδιο που μας ξεφεύγει; Ας είναι… Κάτω από άλλες συνθήκες θα το είχα θεωρήσει προσβλητικό και θα είχα αρνηθεί κατηγορηματικά. Τώρα όμως ποθούσα να απαθανατίσω το στήθος μου όσο ακόμα ήταν δίδυμο και να μοιραστώ την ανέπαφη εικόνα του μαζί σου. Μια βδομάδα αργότερα, ένα χειρουργικό νυστέρι αφαίρεσε άσπλαχνα το αριστερό (εκείνο ακριβώς που είχε φωτογραφήσει με περίσσεια τρυφερότητα ο Άγγελος.) Τι σκληρό να αποχωρίζονται τα δίδυμα! Ποτέ δεν ρώτησα τι απέγινε εκείνο που δεν βρίσκεται πια στο σώμα μου από φόβο για την αποτροπιαστική απάντηση. Στο νου μου όμως έρχονταν, τις πιο ακατάλληλες στιγμές, εκείνες οι πληροφορίες για τα νοσοκομειακά απόβλητα που παράνομα καταλήγουν στις χωματερές. Εκεί βρέθηκε άραγε παραπεταμένο το αριστερό μου στήθος; Κι ενώ το υπόλοιπο σώμα μου θα ταφεί με τις ευλογίες της εκκλησίας και τα δάκρυα όσων με αγάπησαν, ένα κομμάτι του κατευθύνθηκε προς άγνωστο προορισμό άκλαυτο ακόμα και από μένα.
Άδικο!
Η  ισότητα εξακολουθεί να είναι ζητούμενο ακόμα και στη φθορά!
 
Απόδιωχνα  αυτές οι σκέψεις σαν περιττή πολυτέλεια. Με έκπληξη διαπίστωνα ότι ο ακρωτηριασμός μου δεν αποτελούσε το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημά. Κάπως έτσι δεν το λέει ο λαός; “Μακάρι να μη μας δώσει ο Θεός όσα μπορούμε να αντέξουμε!” Η έγνοια μου τώρα ήταν να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατόν, να μην προσβάλει η αρρώστια κι άλλους ιστούς. Όσο για το χαμένο στήθος πείστηκα από πληροφορίες και μαρτυρίες ότι,  αν όλα πήγαιναν καλά, σε δυο χρόνια, η πλαστική χειρουργική θα μου χάριζε ένα ολόιδιο με εκείνο που έχασα. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να αγνοήσω την απορία που ερχόταν απρόσκλητη στο μυαλό: ολόιδιο μόνο ως προς την εμφάνιση; Και η αίσθηση; Ο  γιατρός με καθησύχασε.
-Οι απολήξεις των αισθητήριων νεύρων βρίσκονται επιφανειακά και το δέρμα δεν το άγγιξε  το νυστέρι, το άφησε  ανέπαφο. «Μην ανησυχείς, έχεις να γευτείς κι άλλες ηδονές από το στήθος σου.»
 
Σκέψεις.. σκέψεις..προβληματισμοί…
Ένα αξιοπρεπές τέλος!
Να πεθάνω περήφανη, όπως είχα ζήσει!
Ν’ αφήσω τη φύση, που πάντα λάτρευα, να κάνει τη δουλειά της όπως εκείνη ήξερε.
Να αποφύγω τα μπες-βγες στα νοσοκομεία.
Να μη δεχτώ τη χημειοθεραπεία με τα εξευτελιστικά της επακόλουθα.
Μα σαν έλθει η ώρα της πράξης, πρυτανεύει άλλη λογική. “Σε φώναξα για να σηκώσεις το φορτίο” είπε η γριά αντικρίζοντας το θάνατο, στο μύθο του Αισώπου.
Αποφάσισα να  δοκιμάσω τη φαρμακευτική αγωγή.
Δεν σού είπα τίποτα. Από δειλία ή από φιλαρέσκεια. Δεν θα το μάθαινες εκτός αν το ξεπερνούσα ή αν…
Ήταν φρικτό.
Ήταν επώδυνο.
Ήταν αναξιοπρεπές.
Ήταν η εξαθλίωση προσωποποιημένη.
Το σώμα μου δεν με υπάκουε. Έκανα εμετό και ένοιωθα τα σωθικά μου να θέλουν να βγουν και να χυθούν έξω. Αυτό το σώμα που πάντα θεωρούσα ναό του πνεύματoς και σαν ναό  το  φρόντιζα… Που δεν το είχα ταλαιπωρήσει με καταχρήσεις… Που είχε μάθει να καταναλώνει μόνο  αγνές φυσικές ουσίες… Κι εκείνο,  ευγνώμον για την τόση φροντίδα, μ’ ακολουθούσε σε κάθε δραστηριότητα πειθήνιο, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς να αγκομαχάει, χωρίς να λαχανιάζει. Σώμα και πνεύμα  ένα ενιαίο αρμονικό σύνολο. Πώς μας το ‘λεγαν στο σχολείο; “Νους υγιής εν σώματι υγιεί”.  Τώρα απορούσε με την αλλαγή στη συμπεριφορά μου. Το ανάγκαζα να δεχτεί τα πιο ισχυρά δηλητήρια κι αντιδρούσε μανιασμένα σαν ερωτευμένος που μεταμορφώνει το δυνατό του πάθος  στο πιο τρελό μίσος. Πόλεμος γινόταν μέσα μου -το ένιωθα. Και οι πόλεμοι μόνο ηττημένους έχουν.
 
Όμως στα διαλείμματα –γιατί υπήρχαν κι αυτά- στο τηλέφωνο ή μέσα στον υπολογιστή μου ήσουν εσύ. Δεν ξέρεις τι ανακούφιση ήσουν για μένα. Δεν μπορείς να καταλάβεις πόση στήριξη μου έδωσες μέσα στην άγνοιά σου. Σε ευγνωμονώ που υπήρξες το αντικαταθλιπτικό μου. Φαίνεται είχα υπερεκτιμήσει την περίφημη ικανότητά σου να διαβάζεις τη σκέψη μου. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν λειτούργησε. Ανυποψίαστος έμεινες μέχρι τέλους χωρίς να πάρεις μυρωδιά απ’ όλα αυτά τα δραματικά. Και αυτό μου έδινε φτερά.  Όταν τα μαλλιά μου είχαν πέσει, κοιταζόμουν στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν: “Ποια είσαι;” Ήξερα όμως ότι εσύ μου μιλούσες και μου έγραφες έχοντας στο νου σου τη δεκαοκτάχρονη συμμαθήτριά σου ή έστω την περήφανη τενίστρια της φωτογραφίας που σου είχα στείλει. 

Μετά, όταν χωρίζαμε αναπολούσα τις κουβέντες μας, τα γέλια μας, τις τρυφερότητες, τα παιχνίδια. Το καλύτερο παιχνίδιήταν το «πού ήσουν όταν…;» Πού ήσουν όταν κηρύχθηκε η δικτατορία; Πού ήσουν όταν έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο και η επιστράτευση; Πού ήσουν τη βραδιά του Πολυτεχνείου; Πού ήσουν τη μέρα που παντρεύτηκα; Πού ήσουν τη μέρα που γέννησα την κόρη μου; Πού ήσουν το βράδυ του μεγάλου σεισμού στις Αλκυονίδες; Πού ήσουν τη μέρα που πήρα το διδακτορικό μου; Πού ήσουν όταν έσπασα τον αστράγαλό μου;  Πού ήσουν όταν ο Παναθηναϊκός κέρδισε τον Άγιαξ στο Γουέμπλεϊ ;  Ή το άλλο παιχνίδι με τα θεάματα. Είχαμε κρατήσει κι οι δυο προγράμματα από θεατρικές παραστάσεις  με σημειωμένη επάνω την ημερομηνία που τις είχαμε δει. Ξεφωνίζαμε από έκπληξη καθώς διαπιστώναμε ότι πηγαίναμε στις ίδιες αίθουσες: στο υπόγειο του Κούν, στο ελεύθερο θέατρο, στο πειραματικό της Ριάλδη, στο θέατρο έρευνας του Ποταμίτη… Οι ημερομηνίες ήταν απογοητευτικές. Εσύ πήγαινες συνήθως στην αρχή, εγώ, πάντα συνετή, περίμενα να παγιωθούν οι κριτικές. Υπήρχε μια παράσταση που την είδαμε με διαφορά μιας μέρας: Σάββατο εσύ, Κυριακή εγώ. Απ’ όλη την έρευνα που κάναμε βγήκε πως μια φορά μόνο βρεθήκαμε στον ίδιο χώρο: στην τελευταία προεκλογική συγκέντρωση του Αντρέα Παπανδρέου, στο Σύνταγμα, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Οκτώβρη του ’81. Αλλά τι πιθανότητα είχαμε να συναντηθούμε μέσα σ’ εκείνη τη λαοθάλασσα; Παίρναμε τα ξέφτια από τις ζωές μας και τα κάναμε στημόνι και υφάδι και υφαίναμε μια κοινή ζωή. Ένιωθα ίλιγγο παρακολουθώντας τις ακροβασίες της ζωής σου κι εσύ έλεγες πως δεν έπληττες μες στην αυστηρά δομημένη δική μου ζωή.  Κι εγώ εκείνες τις στιγμές ξεχνούσα τις τιμές τη χολερυθρίνης, τον αριθμό των αιμοπεταλίων, την άνοδο του ζαχάρου και γελούσα με τα σχέδια που κατάστρωνες για να κλέβεις βιβλία από τον Ελευθερουδάκη. Το παράλογο μας ακολουθούσε πάντα. Ήμουν ερωτευμένη και βαριά άρρωστη ταυτόχρονα. Και σήμερα ακόμα –τι αισιόδοξη αντίφαση– είμαι ερωτευμένη κι ετοιμοθάνατη. 
 
Η χημειοθεραπεία έφερε αποτελέσματα. Όλα φάνηκαν να διορθώνονται. Αισθανόμουν καλά, το χνούδι των μαλλιών μου πήρε να μεγαλώνει σαν μωρού παιδιού, άρχισα να κάνω περιπάτους –μια φορά μάλιστα ανέβηκα και στο σκονισμένο μου ποδήλατο. Άρχισα να κάνω σχέδια. Πόσο λίγο θέλει η ελπίδα για να βάλει σε κίνηση τη ζωή! Άρχισα να πιστεύω ότι επιτέλους θα μπορούσα να σου ζητήσω μια συνάντηση. Θα μου απαντούσες: “πάντα στη διάθεσή σου” κάνοντας μια φανταστική ρεβεράντζα και θα έμοιαζε σαν να μην είχε περάσει ούτε στιγμή από το ’68. Θα φορούσα μπλουζάκι με κλειστό λαιμό –να κρύβει εντελώς το ντεκολτέ– θα πίναμε καφέ σε κάποιο κεντράκι με θέα τη θάλασσα αλλά δεν θα κοιτάζαμε τη θάλασσα. Θα κοιτάζαμε αχόρταγα ο ένας τον άλλο, αλλά δεν θα βλέπαμε τα σημάδια του χρόνου. Θα απολάμβανα το χαμόγελό σου να κατευθύνεται αποκλειστικά επάνω μου –στα μάτια ή στο στήθος δεν θα ’χε πια σημασία-  θα βύθιζα το βλέμμα μου στα γελαστά σου μάτια, θα καμάρωνα την κοντυλένια σου μύτη. Και θα γελούσαμε! Α, πώς θα γελούσαμε!
 
Συνεχίζεται…

 

Advertisements