Ετικέτες


γραφει η Ρένα Ραψομανίκη
fuga8
»Η αλήθεια είναι πως η Αίγλη με ρωτούσε επίμονα για τη σύλληψή μου από  τη χούντα τη βραδιά που τα τανκς έσπασαν την πύλη του Πολυτεχνείου. Της είχα πει όσα μπορούσα να πω χωρίς να προδώσω το μυστικό μου. Παρέλειψα λεπτομέρειες που αναφέρονταν στην κάθε μορφής βία, στο απίστευτο ξύλο, στη βαρβαρότητα, στα βασανιστήρια –σωματικά και πνευματικά– στον καθημερινό φόβο ότι το βράδυ θα έρθουν πάλι, στα αίματα, στις μελανιές, στα πρησμένα πόδια, στην κτηνωδία. Αποσιώπησα τις απειλές, την απομόνωση, τα αποτυπώματα των τσιγάρων, τη μυρωδιά της καμένης σάρκας –αυτή η μυρωδιά δεν θα φύγει ποτέ από την ψυχή μου. Της μίλησα ωστόσο με λεπτομέρειες για τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, το κουράγιο που έπαιρνα από το κουράγιο των μεγαλύτερων –23 χρόνων παιδί ήμουν–, για τους ευρηματικούς κώδικες επικοινωνίας…
-Τι θέλεις και τα σκαλίζεις; Όλα έχουν γραφτεί, όλα έχουν τραγουδηθεί. Διάβασε για τον Μουστακλή, διάβασε για τον Παναγούλη, λίγο-πολύ όλοι τα ίδια περάσαμε. Βάλε ν’ ακούσεις «τα τραγούδια του αγώνα» του Θεοδωράκη.
 
»Δεν της μίλησα ποτέ για κείνο το βράδυ παραμονής Χριστουγέννων του ’73. Εκείνη, ανυποψίαστη, θα γιόρταζε μέσα στην ευτυχία της άγνοιας και στη θαλπωρή της οικογενειακής σύναξης. Ο πατέρας της, κρατώντας τελετουργικά την παραδοσιακή κουλούρα, θα έφερνε τρεις βόλτες γύρο από  το τραπέζι   ψέλνοντας το:

…Δι ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον …

Ευτυχώς ο προσεκτικός υμνωδός είχε την πρόνοια να τονίσει εκείνο το “δι ημάς” αντιδιαστέλλοντάς το από το “για τους άλλους.” Γιατί εγώ φαίνεται ήμουν από τους “άλλους” και κατάλαβα πως για μένα δεν επρόκειτο να γεννηθεί Χριστός όταν άκουσα την πόρτα του κελιού ν’ ανοίγει και να μπαίνουν τρεις ορεξάτοι, βιαστικοί και εορταστικοί. Άρχισαν με μαλαγανιές:
-Δεν θα μας καθυστερήσεις, θέλουμε να κάνουμε κι εμείς Χριστούγεννα. Το ίδιο δε θέλεις κι εσύ; Μια απάντηση περιμένουμε και φεύγεις αμέσως, κύριος, και πας σπίτι σου, μέρα που ξημερώνει.

»Ποντάριζαν να με βρουν ευάλωτο λόγω της γιορτής. Δεν απαντούσα, μόνο τους κοίταζα κατ’ ευθείαν στα μάτια, μα δεν τους έβλεπα. Το βλέμμα μου τους διαπερνούσε σαν να ’ταν διάφανοι κι έμενε καρφωμένο στον απέναντι τοίχο. Όταν ψυλλιάστηκαν  πως τους αγνοούσα, εκνευρίστηκαν και το πανηγύρι άρχισε.
– Μίλα ρε πούστη, πού κρύβετε τους πομπούς;
– Μίλα ρε, θα σου κάνουμε τη μούρη κρέας.
– Μίλα ρε βυζανιάρικο, θες να μη σε ξαναπλησιάσει γυναίκα;
Άρχισαν να με  δέρνουν κι οι τρεις όπου έβρισκαν, σαν να ‘μουν σάκος του μποξ. Με χτυπούσαν με μανιασμένες κλωτσιές και γροθιές που τις ένιωθα σιδερένιες. Άμαθος ήμουν και κάθε άλλο παρά ήρωας, μοναδικό μου όπλο η περιφρόνηση και το περίσσευμα αξιοπρέπειας. Προσπάθησα να βάλω σ’ εφαρμογή την προσφιλή μου μέθοδο της αφαίρεσης.
Ποιοι είναι οι τύποι των τεσσάρων εξισώσεων του Maxwell;…  Τι σημαίνει πυξ-λαξ;… Πράσιν’ άλογα είναι ομόηχο του πράσσειν άλογα κι από κει προέρχεται… Πώς τέλειωνε η ταινία “το μαγαζάκι της κεντρικής οδού”;…
Κάποια στιγμή άκουσα το « κρααακ» και το αίμα τινάχτηκε σαν πίδακας από τη μύτη. Χάρηκα που πανικοβλήθηκαν κι αυτή η ευχάριστη αίσθηση ήταν η τελευταία πριν μελανιάσει ο κόσμος. Δεν ήταν συνηθισμένη πρακτική να χτυπάνε στο πρόσωπο, ωστόσο για μένα έκαναν εξαίρεση. “Τους εξόργιζε η προκλητική αρμονία του προσώπου σου”, αποφάνθηκε ο ειδικός που μου πρόσφερε ψυχολογική στήριξη τα κατοπινά χρόνια.
 
»Έμεινα δυο μήνες στο KΑT φρουρούμενος. Έφυγα παραμορφωμένος, μα με την ικανοποίηση πως δεν μου είχαν πάρει λέξη και πως το πνεύμα μου είχε μείνει ανέγγιχτο. Σ’ εκείνους απόμεινε η ικανοποίηση ότι μου είχαν σακατέψει το πρόσωπο, μου είχαν ρημάξει την ομορφιά. Ακολούθησε ένας  κυκεώνας πλαστικών εγχειρήσεων –ρινοπλαστική κυρίως- που όχι μόνο δεν διόρθωνε στο παραμικρό την κατάσταση, αλλά με κρατούσε στην αβεβαιότητα της αναμονής και δεν μου επέτρεπε να αποδεχτώ το αμετάκλητο και να συνεχίσω να ζω με τα νέα δεδομένα. Ώσπου πήρα την απόφαση να μην ξαναπατήσω σε χειρουργικό τραπέζι, κόντρα στις παραινέσεις των γιατρών, που επέμεναν να συνεχίσω τις προσπάθειες γιατί η επιστήμη δεν είχε ακόμα πει τον τελευταίο λόγο. Κι από τότε ηρέμησα κι εξασκήθηκα να ξυρίζομαι χωρίς καθρέφτη. Δεν παραπονιέμαι, επιλογή μου ήταν, κάποια πράγματα μπορείς να τα αποφύγεις κι άλλα όχι. Πολύ περισσότερο που η απειλή τους δεν επαληθεύτηκε.
 
»Αυτά τα υπέροχα πλάσματα οι γυναίκες! Δύσκολα μπορούμε, εμείς οι άντρες, να κατανοήσουμε τον ψυχισμό τους. Όταν τις πληροφορούσα για την αιτία της κακομουτσουνιάς μου -έκανα και τον δύσκολο, «τι τα θες και τα γυρεύεις», τάχα μου-, όλα τα μητρικά φίλτρα ανάβλυζαν μέσα τους, και τις μετέτρεπαν σε τρυφερές ερωμένες. Κάποιοι εξαργύρωσαν την αντιστασιακή τους δράση κερδίζοντας δημοσιότητα. (Ποτέ δεν δέχτηκα να παρουσιαστώ στα μέσα, πέρα από το φιάσκο μιας παρ’ ολίγον εμφάνισης στην τηλεόραση που ευτυχώς αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή). Άλλοι προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα κι αναρριχήθηκαν –με την ψήφο του ευγνώμονος λαού– σε κυβερνητικές θέσεις. Κάποιοι εμπνεύστηκαν τραγούδια. Άλλοι έκαναν τα βιώματά τους κείμενα. Για  όλους υπήρξε κάποιο αντίδωρο. Όχι πως αυτό ήταν το κίνητρό μας τότε. Προέκυψε όμως στην πορεία. Εγώ ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα από τις γυναίκες. Τις χάρηκα τις γυναίκες στη ζωή μου. Το παραμορφωμένο μου πρόσωπο αντί να σταθεί εμπόδιο, αποτελούσε φωτοστέφανο που με περιέβαλε και που η χαμένη ομορφιά μου δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί μαζί του.
 
»Να… αυτά παθαίνω: παρασύρομαι και μακρηγορώ καθώς, συνειδητά και ασυνείδητα, θέλω να αποφύγω την ανάμνηση του χτες. Χτες ήταν μια από εκείνες τις χειμωνιάτικες λιακάδες –Αλκυονίδες τις λένε από παλιά– πρωί, πολύ νωρίς ακόμα. Ο πεζόδρομος της  Διονυσίου Αρεοπαγίτου, σχεδόν άδειος. Το κρύο απέτρεπε τους περιπατητές για την ώρα, μα θα έκαναν οπωσδήποτε την εμφάνισή τους αργότερα. Το φως, απαλό χάδι πάνω στις αρχαίες κολώνες, τους έδινε μια απίστευτη γλύκα. Το ίδιο φως όμως δεν μπορούσε να γλυκάνει το χρώμα των πολυκατοικιών που απρόσκλητες έκαναν την εμφάνισή τους στο οπτικό μου πεδίο. Ήταν υπερβολικά μουντό γκρίζο και καμία επίδραση δεν ήταν ικανή να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα. Πόσες φορές είχα μελετήσει από κείνο το παράθυρο  την αλληλεπίδραση του φωτός με τα μάρμαρα! Κάθε φορά και μια διαφορετική εικόνα. Διάφανη τα πρωινά, μουντή με τη συννεφιά, δακρυσμένη με τη βροχή, μελαγχολικά λαμπερή τα φθινοπωρινά μεσημέρια, φλογισμένη τα πορφυρά ηλιοβασιλέματα, απόκοσμη στο φως των προβολέων, μαγική όταν σπάταλα τα έλουζε στο φως  τ’ ολόγιομο φεγγάρι, πάναγνη με το χιόνι. Απ’ όλες προτιμούσα εκείνη την εκτυφλωτική σκληρότητα που αποκτούσαν οι πέτρες τα καλοκαιρινά μεσημέρια όταν τις σφυροκοπούσε ανελέητα το Αττικό φως.
 
»Το παράθυρο του γραφείου της Αίγλης έβλεπε στη λίμνη. Μου είχε περιγράψει τη δική της πραγματεία πάνω στην επίδραση του φωτός στο χρώμα του νερού. Η σκέψη της με κέντησε και με επανέφερε σε ό,τι ήθελα να ξεχάσω. Προσπάθησα να μαντέψω. Γιατί εκείνο το απρόσωπο: κύριε Εξωτικάκη; Ποιος τρίτος έμπαινε σε μια σχέση προορισμένη αποκλειστικά για δύο;
 
Τίποτα δεν με είχε προϊδεάσει, δεν είχα διαπιστώσει στοιχεία φθοράς.
Κεραυνός εν αιθρία.
Ούτε καν η περίφημη διαίσθησή μου δεν με προειδοποίησε.
Καθάρισα τα γυαλιά μου.
Τέρμα με τις αναστολές.
Έπρεπε να διαβάσω το μήνυμα ό,τι κι αν ήταν αυτό.»
 
Κύριε Εξωτικάκη,
δεν σας γνωρίζω, αλλά υποψιάζομαι πως υπήρξατε ξεχωριστός για τη μητέρα μου. Ένα από τα τελευταία βράδια, καθώς ξαγρυπνούσα δίπλα στο κρεβάτι της, βγήκε από το λήθαργο και σε μια αναλαμπή μου ζήτησε, διστακτικά σαν κορίτσι, να σας ενημερώσω για τον θάνατό της, χρησιμοποιώντας το προσωπικό της e-mail όπου θα έβρισκα τη διεύθυνσή σας. Μου ζήτησε ακόμα να επισυνάψω ένα κλειδωμένο αρχείο που ανοίγει με τετραψήφιο κωδικό την ημερομηνία των γενεθλίων σας. Αμέσως μετά ξανακλείστηκε στη σιωπή της κι εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα πως το πρόσωπο που λάτρευα ως μητέρα και θαύμαζα ως επιστήμονα ήταν επίσης μια  γυναίκα που ελάχιστα γνώριζα. Παίρνω την πρωτοβουλία, πιστεύοντας πως ικανοποιώ μια μη εκφρασμένη επιθυμία της, να σας πληροφορήσω πως η κηδεία της θα γίνει αύριο στις τέσσερις το απόγευμα στον μητροπολιτικό ναό των Ιωαννίνων.

Νικολέτα  Μαυριδάκη


Συνεχίζεται…

Advertisements