γραφει η Ρένα Ραψομανίκη
Ο γκουρού ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, χωρίς αμφιβολία.
 
fuga3Με το τέλος της ομιλίας, κι ενώ η αίθουσα σείστηκε από το χειροκρότημα, ο δάσκαλος υποκλίθηκε με ταπείνωση και  αποχώρησε. Το μικρόφωνο πέρασε σε κάποιους παρατρεχάμενους που έδιναν χρηστικές πληροφορίες σε όσους ενδιαφέρονταν περαιτέρω: με ποιο τρόπο μπορούσαν να προμηθευτούν έντυπο υλικό ή να δηλώσουν συμμετοχή στα σεμινάρια που οργάνωνε το ελληνικό παράρτημα. Από δω και πέρα άρχιζε το μάρκετινγκ κι εγώ ήθελα να μείνω έξω από τη διαδικασία. Θα πρέπει βέβαια να ήμουν εξαίρεση γιατί οι ενδιαφερόμενοι σχημάτισαν μα τεράστια ουρά μπροστά από την έδρα του αμφιθέατρου. Σηκώθηκα να ξεμουδιάσω μέχρι να αποσυμφορηθεί η αίθουσα κι έριξα ένα μηχανικό βλέμμα σ’ εκείνους που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους. Η εικόνα που έδωσε η μηχανική σάρωση της φευγαλέας ματιάς μου ήταν η αναμενόμενη. Εκτός…
Αυτό το «εκτός» ήταν που με έκανε να ανεβάσω παλμούς. Στο οπτικό μου πεδίο εμφανίστηκε μια τρυφερή εικόνα που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη: ένας νεαρός με μακριά φουντωτά μαλλιά που έφταναν ως την πλάτη κι έκρυβαν το μεγαλύτερο κομμάτι του προσώπου του –έτσι όπως τον έβλεπα προφίλ- κρατούσε τρυφερά ένα βρέφος που είχε φωλιάσει με διπλωμένα ποδαράκια στον αριστερό του ώμο και κοιμόταν με έκδηλη μακαριότητα -που δεν μπορεί να ήταν άσχετη με το κλίμα γαλήνης που απέπνεε η αίθουσα. Μα δεν ήταν μόνο αυτό που με έκανε να αναπηδήσω: παρά τις αλλαγές θα έκοβα τον λαιμό μου πως ο νεαρός ήταν ο Μιχαλιός αν η εικόνα δεν ήταν τόσο ασύμβατη με τα δεδομένα μου. Ένα μωρό; Από πού κι ως πού; Δεν κάθισα να το πολυσκεφτώ. Έπρεπε να βεβαιωθώ. Κατέβηκα με ανυπόμονες δρασκελιές τα σκαλιά, τον πλησίασα από το πλάι κι ακούμπησα το χέρι στον δεξί του ώμο. Στράφηκε, δίστασε για μια μόνο ελάχιστη στιγμούλα κι αμέσως το πρόσωπό του φωτίστηκε.
-Κάτια… πόσος καιρός…;
-Κοντά πέντε χρόνια…
-Πώς χαθήκαμε έτσι;
-Ένας ωκεανός χωρίζει την Πατησίων από τη Σόλωνος.
Πρόσεξε το ερωτηματικό βλέμμα με το οποίο κοιτούσα το μωρό και βιάστηκε να κάνει συστάσεις.
-Να σου γνωρίσω τον γιο μου –τον ένα από τα δίδυμα.
Μες στη σαστισμάρα μου ξεχάστηκα και δεν είχα τη στοιχειώδη ευγένεια να πω μια συμβατική ευχή: “να σου ζήσουν” ή κάτι τέτοιο. Μόνο απόμεινα αποσβολωμένη κι εκείνος είπε γελώντας σιγανά.
-Μην στέκεσαι μ’ ανοιγμένο στόμα! Έγιναν τόσα πολλά σ’ αυτά τα πέντε χρόνια! Μα αν κάτσεις δίπλα μου μπορεί να προλάβω να στα εξιστορήσω μέχρι να φτάσουμε στην αρχή αυτής της ατέλειωτης ουράς.
Κοίταξα διερευνητικά τις προθέσεις όσων βρίσκονταν πίσω του και κατάλαβα πως δεν θα είχαν αντίρρηση να μπω από το πλάι στην ουρά. (Αν είχα κάνει παράκαμψη στην ουρά του αστικού λεωφορείου θα άκουγα τα σκολιανά μου, μα εδώ το κλίμα ευνοούσε πράξεις ανωτερότητας.)
Αφηγήθηκε μια μακριά ιστορία που ξεκινούσε κάπως έτσι:
“ Όλα ξεκίνησαν όταν ο Θανάσης Εξωτικάκης αποφάσισε πως τα τριάντα οχτώ είναι μια καλή ηλικία για να παντρευτεί κανείς…
…Με τη γέννηση των δίδυμων τη βραδιά της κατάληψης της Νομικής είχαμε ήδη φτάσει στο γραφείο των πληροφορών. Ένας ευπροσήγορος νεαρός πρόσφερε στον Μιχαλιό ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
-Ο Δάσκαλος πήρε είδηση την αύρα του νεώτερου μαθητή του, τον ευλογεί και του εύχεται να είναι καλόγνωμος και καλότυχος είπε χαμηλόφωνα για να μην ταράξει τον ύπνο του παιδιού.
Ο Μιχαλιός έβαλε με τρυφερότητα το λουλούδι ανάμεσα στις πάνες και ξεκίνησε, επίσης χαμηλόφωνα, έναν μακροσκελή  επί της ουσίας διάλογο. Εγώ απόμεινα αμίλητη παρακολουθώντας τη στιχομυθία  που αποκάλυπτε πόσο ενημερωμένος ήταν εκείνος και πόσο αδαής εγώ. Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί μου. Θεωρήθηκα, προφανώς, η μαμά του μωρού.
 
Κλείσαμε ραντεβού για το επόμενο βράδυ στο καφέ Φλοράλ στα Εξάρχεια. Προσπάθησα να είμαι στην ώρα μου, μα εκείνος με είχε προλάβει. Το διεισδυτικό βλέμμα του με παρακολουθούσε επιδοκιμαστικά καθώς διέσχιζα τη σάλα μέχρι να φτάσω στο τραπέζι του βάθους όπου καθόταν.
-Γιατί δεν κάναμε περισσότερη παρέα;… τότε στο φροντιστήριο.
-Αφού δεν είχες μάτια παρά μόνο για την Αίγλη…
Στο άκουσμα του ονόματος τα ματοτσίνορά του κινήθηκαν αδιόρατα πέρα-δώθε σαν να είχε σηκωθεί ελαφρό μελτεμάκι. Για μια μικρή στιγμούλα μόνο. Αμέσως μετά χαμογέλασε με αυταρέσκεια.
-Τι είναι αυτό, μωρό μου…; Παραπονάκι…; Ήθελες να σε πηδήσω…; Και γιατί δεν το είπες…;
Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι μου ακούγοντας την αλήθεια να εκφέρεται  τόσο ωμά και απροκάλυπτα. Ο καθωσπρεπισμός μου επαναστάτησε, πετάχτηκα όρθια και ύψωσα τον τόνο ασυναίσθητα.
-Είσαι παρανοϊκός…
Οι θαμώνες στράφηκαν προς το μέρος μας. Είχαμε γίνει θέαμα.
Χαμογέλασε γλυκά.
-Το έχεις κάνει με παρανοϊκό; Έχει άλλη γλύκα πίστεψέ με.
Έκανα μεταβολή και όρμησα προς την έξοδο. Δεν πρόλαβα. Με το πρώτο βήμα όρμησε πίσω μου και με εγκλώβισε στην αγκαλιά του. Με φίλησε εκεί μέσα στη μέση της αίθουσας κι εγώ έχασα την επαφή με την πραγματικότητα, όχι όμως πριν σκεφτώ πως η απώλεια  σύνδεσης με την πραγματικότητα είναι ακριβώς ο ορισμός της παράνοιας.
 
Περπατήσαμε αγκαλιασμένοι ως την Ομόνοια και πήραμε τον ηλεκτρικό για το Μοσχάτο. Σ’ όλη τη διαδρομή είχε το στόμα του στο αυτί μου και ψιθύριζε λόγια που με είχαν κάνει να υγρανθώ πριν ακόμα με ακουμπήσει. Καλά που είχα φροντίσει να ειδοποιήσω τη μητέρα πως μπορεί να κοιμόμουνα στο σπίτι μιας συμφοιτήτριας. Είχαμε να παραδώσουμε μια εργασία κι αν αργούσαμε δεν θα προλάβαινα το τελευταίο λεωφορείο. Καλά που είχα ξυρίσει μασχάλες και γάμπες. Καλά που είχα τρίψει φτέρνες. Καλά που είχα φορέσει καινούργια εσώρουχα. Τελικά δεν πήγαινα και τόσο ανυποψίαστη.
 
Το σπίτι του ήταν μια παλιά μονοκατοικία. Μια εξωτερική μεταλλική στριφογυριστή ανεμόσκαλα οδηγούσε στο πλυσταριό που το είχε διαμορφώσει σε ερασιτεχνικό ηλεκτρονικό εργαστήριο με ό,τι είχε θεωρήσει χρήσιμο μετά τη διάλυση του μαγαζιού του Θανάση. Η Ανθούλα είχε αντίθετη άποψη.
-Γιατί δεν κρατάς το μαγαζί να συνεχίσουμε να είμαστε νοικοκυραίοι αντί να δουλεύεις εδώ κι εκεί;
Αν ήθελε να γίνει νοικοκύρης θα γινόταν επιστήμονας νοικοκύρης, μα πώς να δώσει στην  Ανθούλα να καταλάβει γιατί έφτυνε με τόση απαξίωση το πρότυπο των έντιμων νοικοκυραίων; Αυτό το πρότυπο που είχαν προσπαθήσει να ενσταλάξουν μέσα του η μάνα της και γιαγιά του, ο πατέρας του και η ίδια προσωπικά στο διάστημα που υπήρξε μητριά του.
 
Το δωματιάκι ήταν μια σταλιά και οι τρεις τοίχοι γεμάτοι ράφια ντέξιον κατάφορτα από ηλεκτρονικές συσκευές. Στον τέταρτο τοίχο, κάτω από το μοναδικό παράθυρο, ακουμπούσε ένα μονό κρεβάτι που έτριξε από το βάρος μας. Κι ήταν η τελευταία ηχητική ανάμνηση που έχω από τις επόμενες ώρες. Γιατί καθώς η αφή γιγαντώθηκε και θέριεψε, κατάπιε τις υπόλοιπες αισθήσεις που συρρικνώθηκαν μέχρι εκμηδενισμού. Με βασάνισε γλυκά και τρυφερά, με έκανε να τον θέλω μέσα μου απεγνωσμένα, μα δεν θα μου έκανε το χατίρι τόσο εύκολα. Όχι, πριν αγγίξει και διεγείρει και το τελευταίο κύτταρο του δέρματός μου. Όχι, πριν προκαλέσει αντανακλαστικούς σπασμούς στα εσωτερικά μου όργανα. Όχι πριν κάνει το στομάχι μου να χοροπηδάει στο ρυθμό ενός μεθυστικού σουίνγκ. Όχι πριν με κάνει να νιώσω τη ζαλάδα που φέρνει ένα ποτήρι γλυκόπιοτο Βινσάντο χωρίς να έχω βρέξει τα χείλη μου με αλκοόλ. Όχι πριν αισθανθώ τις δέκα ρόγες των λεπτών δακτύλων του να διαγράφουν αλλεπάλληλες κογχοειδείς καμπύλες πάνω στη γυμνή μου πλάτη δημιουργώντας ριπές ανατριχίλας που κατέβαιναν τη σπονδυλική μου στήλη, συναντιόνταν μ’ εκείνες που ανέβαιναν κι από τη συμβολή τους προέκυπταν στάσιμα κύματα με δεσμούς, όπου η ηδονή ήταν εντοπισμένη, και κοιλίες όπου η ηδονή παλλόταν με μέγιστο πλάτος. Εκείνος είχε όλες τις πρωτοβουλίες, εκείνος κουμαντάριζε με μαεστρία και τέχνη το τιμόνι ενώ εγώ αρμένιζα ξυλάρμενη στην αγκαλιά του. Κι όταν άκουσα τα σιγανά βογκητά δεν πήρα είδηση πως ήταν δικά μου, αντίθετα υποψιάστηκα πως ήταν κάποιο τρικ κι έψαχνα τις γωνιές να ανακαλύψω την πηγή του ήχου. Κι ενώ ποθούσα ν’ αράξω επιτέλους στο λιμάνι του προορισμού, διαπίστωνα πως η γλύκα του ταξιδιού ήταν ό,τι ωραιότερο θα μπορούσε να μου συμβεί.
 
Συνεχίζεται…
Advertisements