γραφει ο αρισταρχος

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά… Καλή χρονιά. Χρόνια Πολλά!

DSC00408

Μουντός, βροχερός ο καιρός, παραμονή πρωτοχρονιάς! Από πολύ νωρίς το πρωί στο πόδι, η μάνα μου τόλεγε “από τα ζωντάνια”. Ξεκλείδωσα την αυλόπορτα και ετοιμάστηκα για τα κάλαντα. Κάποια ψιλά στην άκρη και δεν άργησε… νά με το πρώτο φως. Δυό νιούτσικα παλικαράκια καλοντυμένα κοντά στα δέκα τρία με τα τριγωνάκια τους. Το χτύπημα στο κουδούνι σταθερό και ασυνήθιστα ζεστό, ίσως λόγω της μέρας.

-Να τα πούμε;

“Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή-καλός μας χρόνος… και του χρόνου!”

-Σ’ αυτό το σπίτι πούρθαμε ρε παιδιά. Τόπαν με χαμόγελο κι αυτό… κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει. Καλή χρονιά, Χρόνια Πολλά.

-Χρόνια πολλά και Καλή χρονιά αγοράκι μου. Έσκυψε και μούδωσε το γλυκό της φιλί.

Ζεστό, στοργικό από τις μοναδικές απολαύσεις της ζωής. Τη μυρουδιά της θα την ξεχώριζα ανάμεσα σε όλες τις μάνες του κόσμου. Μπορεί η φτώχεια και η ανέχεια να μας στερούσε αγαθά που θα γέμιζαν το στομάχι και την χαρά μας αλλά η ζεστασιά της οικογένειας ήταν εκείνη που μας έκαναν να νιώθουμε άνθρωποι. Απ’ έξω ακούγονταν οι φωνές των φίλων μου. Πετάχτηκα και άνοιξα την πόρτα να φωνάξω ένα γρήγορο έρχομαι και… το χιόνι έφτασε στο μικρό σαλονάκι. Στρωμένο άσπρο άσπρο και αφράτο σκέπαζε τον αστράγαλο. Με την τεράστια φέτα το πλαστό στο χέρι πασπαλισμένη με λάδι και ρίγανη και το τριγωνάκι στο άλλο χωριστήκαμε σε δυάδες και ορίσαμε τις περιοχές. Ύστερα αμοληθήκαμε με χοντρά ρούχα, κοντά παντελονάκια και μακρυές κάλτσες να πούμε τα κάλαντα πρώτοι, πριν από όλα τα άλλα παιδιά

“Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή-καλός μας χρόνος…” Κόκκινα τα μάγουλα από την έξαψη και το κρύο. Χαμογελαστά τα πρόσωπα και… τρεχάλα να προλάβουμε όσα σπίτια περισσότερα μπορούσαμε  Και οι μποναμάδες μανταρίνια. Φιρίκια, ξυλοκέρατα, κουλουράκια και κολλαριστά χάρτινα πενηνταράκια. Η ώρα κοντεύει δώδεκα και ο πυρετός για τα κάλαντα πέφτει κατακόρυφα. Μαζεύεται η τσακαλαρία και γίνεται ταμείο. Τα φρούτα τα κρατάει ο καθένας για τον εαυτό του, όσα περίσσεψαν, το χρήμα όμως μπαίνει σε ένα κουβαδάκι. Μετριέται και πριν μοιραστεί σε ίσα μερίδια πέφτει η πρόταση από τον εγκέφαλο της παρέας. “Προτείνω τα λεφτά να τα δώσουμε στον Λευτέρη. Και επειδή δεν θα τα δεχτεί λέω να τα δώσουμε στην μάνα του την κυρά-Βασιλική”. Ο Λευτεράκης εκείνη τη στιγμή ερχόταν τελευταίος. Ήταν το φιλαράκι, ο συμμαθητής, ο γείτονας. Ο συνάνθρωπος. Πάμπτωχος. Όχι ότι εμείς ήμασταν αυτοί που έχουν αλλά να, αυτός ήταν σε χειρότερη κατάσταση από εμάς.

Παλιό παλτουδάκι και χοντρό παλιομοδίτικο παντελονάκι γκόλφ. Παπούτσια φθαρμένα με χοντρά χαρτόνια για να κρατήσουν τα νερά απ’ έξω. Χαμάλης ο πατέρας του ψηλός αδύνατος με γερό νεύρο ανεβοκατέβαινε με το σαμάρι στην πλάτη. Το μεροκάματο από λίγο μέχρι… τίποτα. Είχαν και μια κόρη την Χαρίκλεια επτά χρονών ένα χλεμπονιάρικο με τσίμπλες στα μάτια και χοντροπάπουτσα στα πόδια. Πίσω από τα ξεμπλιασμένα του βλέφαρα άστραφταν δυό γκριζοπράσινα με μπλέ ανταύγιες μάτια. Αν τους έβαζες δίπλα δίπλα δεν έμοιαζαν ούτε στο τόσο. Εκείνος φεγγαροπρόσωπος με όρθια μαλλιά σαν βούρτσα και δυό καταγάλανα στρόγγυλα μάτια. Πρώτος πάντα στα παιχνίδια και όπου υπήρχε κίνδυνος. Τον βλέπανε να σκαρφαλώνει στα δέντρα σαν τις μαϊμούδες. Χέρια πόδια πιάνονταν από μικρά κλαδιά και έφτανε στις άκρες του δέντρου. Φυσικός αρχηγός.

-Τι έγινε ρε; Κάνατε συρμαγιά; Πόσα λέει η κάσα; Να πάρε ρε Νικόλα και τα δικά μου και το μερτικό μου δώστο στην μάνα μου. Εγώ φεύγω για μια βόλτα με το ζουνταπάκι του Κώστα και θα ξανάρθω.

Γέλασε καλόκαρδα και μούδωσε τα λεφτά. Ο Κωστής με πατημένα τα δεκάξη έπαιρνε το μηχανάκι του πατέρα του κρυφά και φόρτωνε συχνά πίσω τον Λευτέρη. Φώναζε η κυρά-Βασιλική αλλά ποιος την άκουγε. Πήδαγε σαν ζαγαράκι πάνω της και της έσκαγε δυό φιλιά “μάνα σ’ αγαπώ”. Εκείνη έλιωνε. Τούχε και μεγάλη αδυναμία. “Να προσέχεις!”

Έβγαζε το Ζούνταπ δυνατό κρότο με σπασμένη την εξάτμιση κι ο Κωστής δώστου και μαρσάριζε. Από πίσω στον χωματόδρομο γέμιζε ο τόπος μαύρο βρώμικο σύννεφο. “Άντε ρε Λευτέρη μ’ έσκασες”

-Έρχομαι, έρχομαι. Είπε εκείνος και μου χούφτιασε τα κερδισμένα από τα κάλαντα. Πάρε το μερτικό μου και τα λέμε αργότερα.

Ύστερα έδωσε μια και καβάλησε από πίσω. Έβαλε τα πόδια του πάνω στα δύο πτυσσόμενα  πετάλια και στηρίχτηκε με τα χέρια του πίσω στην μικρή σχαρίτσα. Μαρσάρισε δαιμονισμένα το μηχανάκι βγάζοντας μαύρους καπνούς, αφέθηκε ο συμπλέκτης από το χέρι του Κωστή και το δίτροχο τινάχτηκε μπροστά με δύναμη. Σε λίγο χάθηκε στο βάθος του δρόμου. Ήταν η τελευταία φορά που τους είδα γιατί μετά από τρεις μέρες έφυγα για την μεγάλη πόλη και δεν θα επέστρεφα ποτέ ξανά. Μόνο που…

Σε μένα έλαχε ο κλήρος να πάω όλα τα λεφτά από τα κάλαντα στην κυρά-Βασιλική κι εκείνη… δεν πήρε δεκάρα παρά μόνο το μερτικό του Λευτεράκη. Ακόμη  θυμάμαι- εκείνα τα γκριζοπράσινα ξεμπλιασμένα μάτια καθώς με κοιτούσαν πίσω από την ποδιά της μάνας τους τυλιγμένα στη μυρωδιά της βανίλιας από της Αγιοβασιλόπιτες.

Έδωσα τα χρήματα στα παιδάκια μα δεν πρόλαβα να μπω σπίτι. Τρία κοριτσάκια με κείνα τα όμορφα κόκκινα αηβασιλιώτικα σκουφάκια άρχιζαν…

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά… Καλή χρονιά. Χρόνια Πολλά!

 

Advertisements