γραφει ο αρισταρχος

«… εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέραν αυτού και φεύγε εις Αίγυπτον…» Ματθ.Β13

ιωσηφΉτανε, λέει, η νύχτα πολύ φωτεινή. Λαμποκοπούσε ο ουρανός από το κοσμικό φως που διέχεε το μαύρο της νύχτας λες και το σύμπαν γιόρταζε τα γεννητούρια ενός υπέρλαμπρου άστρου στον ουρανό και στην γη. Στρατιώτες πήγαιναν φουριόζοι πάνω σε άλογα που κάλπαζαν και μπέρτες που ανέμιζαν. Χτυπούσαν τα πέταλα πάνω στο λιθόστρωτο και τραβούσαν προς τις φτωχογειτονιές. Σπαθιά που άστραφταν στο ήρεμο νυχτερινό φως. Βουβά κλάματα για τα νήπια που δεν πρόλαβαν την άφιξη της ψυχής τους.

Η σπηλιά άδεια! Τα ζώα ζέσταιναν ακόμα με το χνώτο τους τα μοσχοβολιστά χρυσά άχυρα αρχέγονη παιδική φασκιά του Θείου βρέφους. Το φως ξεστρατισμένο από το άστρο δείχνει μέσα στην  νύχτα το δρόμο στην πεφωτισμένη καλομάνα. Ασώματοι την φυλάν άγγελοι χωρίς ν’ αφήνουν πίσω τους χνάρια.  Μόνο τα τέσσερα ποδαράκια του ζωντανού με τη μάνα και το παιδί στην πλάτη τυλιγμένοι στην πορφυρή εσάρπα και οι μεγάλες πατούσες του επιλεγμένου πατέρα προστάτη.

Η νύχτα δείχνει το καλύτερο πρόσωπό της και τα βουνά τα πιο ήμερα μονοπάτια. Βουβάθηκαν οι λύκοι και τα νυχτοπούλια να μη τρομάξει το μικρό νεογέννητο. Μια μικρή συνομωσία των στοιχειών της φύσης για να ξεγελαστεί η κακία.

Ο λόγος του Θεού πρέπει να πει την αλήθεια και τα νοήματά της. Να αποκτήσει η ζωή την ηθική της και η ανθρωπιά το αληθινό της πρόσωπο.

Εκείνη τη νύχτα γεννήθηκε το υπέρλαμπρο φως, η αληθινή αγάπη.

Advertisements