γραφει ο αρισταρχος

… του δειλού η μάνα, λένε, δεν κλαίει ποτέ!

νυχταΖω; Υπάρχω; Ώρες ώρες αναρωτιέμαι. Ή μήπως… αλλά αν ζω γιατί αναζητώ μέρα νύχτα τη ζωή; Κάπου έχω χαθεί, ανάθεμα. Πόσες ανάγκες να ικανοποιήσω. Πόσες ευχές να εκπληρώσω. Φοβάμαι πως δεν είμαι πια ικανός για τίποτα. Έχω εξαντληθεί, χάνομαι. Κάθε μοίρασμα έχει και το ανάλογο κόστος

Πονούν τ’ αυτιά μου, το μυαλό μου. Πονούν οι αισθήσεις μου, το σύμπαν μου. Τίποτε δεν με βολεύει, τίποτε δεν με φιξάρει. Ξεχαρβαλωμένος ο ίδιος, ζω μέσα σε ξεχαρβαλωμένη κοινωνία. Όλοι αποζητούν και κυνηγούν το άγιο δισκοπότηρο. Και πατούν όπου βρουν, αρκεί να βρουν.

Γιατί νιώθω τόσο πόνο, γιατί. Με πονάει ο διπλανός μου, ο απέναντι, ο δικός μου, η ζωή. Μια ανάβαση με την βαρύτητα για αντίπαλο, πόσο ελπίδα μπορώ να έχω. Αφού δεν έχω την δύναμη για να πετάξω ακολουθώ το μαγνητικό διάνυσμα της γης. Έτσι λειτουργούν οι νόμοι σαν δε μπορείς.

Ούφ, κουράστηκα. Λέω κάπου να κατέβω… τί; Δεν έχει στάση εδώ; Παραμύθια, οι ψυχές δεν ρωτάνε απλά την κάνουν και σ’ αφήνουν να κοιτάς μ’ ανοιχτό το στόμα. Ποτέ κανείς δεν σε ρώτησε “θα κατεβείτε;” Για όλα υπάρχει μόνο ένα “αποφασίζομεν και διατάζομεν”.

Δειλέ! Μοιρολάτρη! Δούλε! Ξύπνα!

Δειλός; Γιατί, δεν έχεις ακούσει που λεν για την μάνα του δειλού; Ποτέ, λένε, δεν κλαίει. Ποιοι ήρωες… όλοι από εκεί ξεκινήσαν, την δειλία. Και ύστερα… ύστερα έψαχναν να βρουν ποιος τους έσπρωξε. Δε λέω άμα βρεθείς στα βαθιά… μαθαίνεις και να κολυμπάς . Συν Αθηνά και χείρα κίνει , που λένε.

Μοιρολάτρης; Τι θα πει λατρεύω την μοίρα μου. Αυτή… την κακορίζικη; Αμ δε, ούτε να την βλέπω. Γιατί δεν την αλλάζω, θέλεις να πεις. Μπορώ; Αφού γι αλλού ξεκινώ κι αλλού πάω. Άλλα σχεδιάζω και άλλα μου πασάρει η ζωή. Ξέρεις κάποιον που να κάνει αυτό που γουστάρει; Τις περισσότερες φορές πάω κάπου χωρίς να θέλω. Πως δηλαδή διαμορφώνω την μοίρα μου… αρρωσταίνουν οι άλλοι όταν θέλω εγώ; Γίνεται κρίσι όταν το θέλω; Με απατά η κοπέλα μου επειδή το θέλω; Δεν δουλεύω, από επιλογή; Μένω στην τρώγλη επειδή γεννήθηκα τρωγλοδύτης; Και ότι προσπάθειες έκανα μέχρι σήμερα άλλαξαν την μοίρα των άλλων και όχι τη δική μου. Άστα, “άλλοι” κ.ρατούν τα κλειδιά. Άλλοι  αποφασίζουν για τα δικά σου θέλω. Εγώ; Ένας κομπάρσος με σενάριο που δεν ξέρω. Εσύ; Νιώθεις αλλιώς; Ζήτωωωωωωω! Και βέβαια σε χειροκροτεί η γυναίκα σου όταν τελειώnεις με το σεξ. Έτσι δεν είναι;

Δούλος; Όσο και να με βρίζεις, όσο και να με λεηλατείς αφεντικό δεν θα με κάνεις. Αυτό, θέλω να ομολογήσω, το παίρνεις από την μάνα σου μαζί με την γέννα. Κάτι σαν έξτρα μπόνους. Ή τόχεις ή δεν τόχεις. Και όσοι πίστεψαν σε πομφόλυγα πως τόχουν έγιναν απλά οι δυνάστες των άλλων και εισέπραξαν το ανάθεμα από τα θύματα. Καλά, καλά με ξεκούφανες, ξέρω τι θέλεις να πεις. Αλλά και συ δείξε μου ένα αφεντικό της ζωής του. Ένα ντόμινο υποταγών σε ότι βάζει η φαντασία σου. Η ελευθερία; Χα! Μια ουτοπία στην φανταστική χώρα του “νομίζουμε”.

Ύπνος; Πίστευε και μη, ερεύνα! Το κόμμα μπήκε στο “μη” τελευταία, όταν έμαθα πως η άγνοια σκοτώνει. Ναι χαρά μου, να ερευνήσω, να ψάξω, να μάθω… που από την μέρα που γεννήθηκα ζω με μια υποτακτική. Μια νουθεσία για υποχρέωση. Ένα πρέπει, για νάναι και καθώς πρέπει και δημοκρατικό. Κανένας άλλωστε δεν με δίδαξε για τα δικαιώματά μου. Όλοι μιλούσαν μόνο για υποχρεώσεις. Και για να τα λέμε ντρέτα, γιατί να ξυπνήσω; Τουλάχιστον ονειρεύομαι ότι θέλω. Είσαι σίγουρος όμως πως ξέρεις τι συμβαίνει; Αν ζεις ή αν ονειρεύεσαι;

Έτσι, σ’ αυτά τα τέσσερα ντουβάρια της ελευθερίας, θαρρείς θαμμένος σε υπόγεια πολιτεία καταδικασμένος στην υποφάνεια μακριά από τον φυσικό μου προβολέα που θα τάκαμε όλα να δείχνουν όπως είναι. Και πως δηλαδή να κρυφτεί κάτι στο πολύ φως. Σε τυφλώνει σαν έντομο που χάνει και χάνεται στο κάψιμο της ζωή του. Πίστεψέ με…

Χθες έκλαψα, ούρλιαξα, βλαστήμησα, ζήτησα βοήθεια. Και ήταν τόσο σπαρακτική η κραυγή μου που τα πάντα μέσα μου σταμάτησαν και αφουγκράστηκαν. “Βοήθεια!”. Σαν ηρεμιστικό μεγατόνων έγινα ψυχρός χωρίς σκέψη. Κι όταν ήρθε η στιγμή που έπρεπε ενεργούσα σαν προγραμματισμένος με πλήρη ακεραιότητα. Και τόνιωθα, ναι μα την αλήθεια, τόνιωθα. Ήταν εκεί μέσα μου, και με καθοδηγούσε.

Σκύβω μέσα μου και αφουγκράζομαι, και ξέρω πως μ’ ακούει. Θεέ μου, δώσε μου λίγο από το φως που μου στέρησες. Να δω στο μέσα μου πού θα κοκκινίσω από ντροπή.  Να βρω τα δώρα που μου έκρυψες . Να δω αυτό που ζει μόνο στο φως, την καλοσύνη, την ανθρωπιά, τον αλτρουισμό. Να πιστέψω και να πάρω δύναμη…

Για νάχει ο διπλανός μου ζέστη, για νάχει φαγητό, για νάχει αγάπη, για νάχει τον Θεό του.

Για νάχω τον Θεό μου, μέρες που έρχονται!     

 

Advertisements