γραφει ο αρισταρχος

“…εδώ ζούσε η σκοτεινή πλευρά της ευτυχίας μας, η δυστυχία τους!”

apokaidiaΟ φακός κάνει ζουμ πάνω στα αποκαΐδια . Απόκοσμο το θέαμα. Εδώ ζούσαν άνθρωποι και ποντίκια, εδώ ζούσε η σκοτεινή πλευρά της ευτυχίας μας, η δυστυχία τους. Ίσκιοι ριγμένοι από τα αναμμένα στριφογυριστά της εκκλησίας κεριά πάνω στους τοίχους να ζωγραφίζουν ότι κακό και απάνθρωπο γέννησε η αδιαφορία της πολιτείας αλλά και του κόσμου. Απογοητευμένες ψυχές στοιβαγμένες στην γωνιά της απόγνωσης χωρίς ηλεκτρικό χωρίς θέρμανση παρά μόνο την λάμψη των κεριών, κι από το βάθος τον φάρο της ελπίδας τους.

Και γέμιζε το στομάχι τους από το ψωμί που άφηνε κάθε μέρα ο πονόψυχος φούρναρης κι από τα λίγα ψώνια που άφηνε η φουκαράρια η κυρά Καλοσύνη. Πέντε ενοίκια, έ καί; Τι έγινε. Για την ψυχούλα της σχωρεμένης της μάνας μας. Μόνοι υπεύθυνοι για την κατάστασή τους οι αδιάφοροι και κατ’ επάγγελμα υπεύθυνοι και για την επιβίωσή τους.

Το τι θα μπορούσε να συμβεί ήταν θέμα χρόνου. Η απόλυτη απογοήτευση και το ψύχος θα αποφάσιζαν μέσα στο σκοτάδι να σβήσουν τα κεριά της ζωής και το πρωί πάνω στον φράχτη να παραμένει το ψωμί του φούρναρη χωρίς παραλαβή.

Να σβήσουν τα τρυφερά ματάκια δηλητηριασμένα κάτω από το μονοξείδιο, ακριβή πληρωμή στη λίγη θέρμανση που πρόσφερε ένα πρωτόγονο μαγκάλι μιας εποχής χαμένης στα σκοτάδια του χρόνου. Και ούτε ένα μάτι δάκρυσε παρά μονάχα αυτών που πάντα πονούσαν. Και ήταν απελπιστικά άσημοι κι αμόλυντοι. Πάντα έτσι είναι αυτοί.

Και όταν έπεσαν βαριά τα βλέφαρα γιατί κρύωσε πια η καρδιά και ζήτησε λίγη θαλπωρή γέρνοντας το κεφάλι πάνω στην ψυχή λύθηκε η πλεξούδα με τα κεριά της εκκλησίας και σαν φίδια κύκλωσαν ότι βρήκαν γεμίζοντας αποκαΐδια πράγματα κι ανθρώπους.

Ζουμάρει ο φακός πάνω στο ωραίο πρόσωπο της παρουσιάστριας που κοιτάζοντας σταθερά μέσα του προσθέτει “Όπου φτώχεια… και μιζέρια, δυστυχώς. Αλλάζουμε θέμα…”  Και άλλαξε θέμα σε άλλα πάλι  μίζερα νέα. Η χαρά περίσσεψε εδώ και χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο.

Advertisements