γραφει ο αντωνης

«…όπως κουβαλούσε κάποτε φαί με το μπακρατσάκι από το μαγειριό που δούλευε…»

1Κάθε πρωί το ίδιο πρόγραμμα.Ελληνικός καφές με συνοδεία τσιγάρου και μετά σιγά σιγά τον ανήφορο προς το μικρό μπακάλικο.Ένα μικρό και όμορφο σημείο συνάντησης της γειτονιάς.Μιας ανθρώπινης και ζεστής γειτονιάς.Τον γνώριζαν καλά όλοι.Ένας μικροκαμωμένος και ήσυχος παππούλης που η λέξη κακία δεν υπήρχε στο λεξικό του.Ήρθε και έφυγε από την ζωή χωρίς ποτέ να πειράξει κανένα.Μόνο καλές πράξεις κατέγραψε η ιστορία.

Οι ώρες στο μπακάλικο περνούσαν γρήγορα.Το μεσημεράκι γυρνούσε στην βάση του,κουβαλώντας τα απολύτως απαραίτητα μαζί του για τις ανάγκες του σπιτιού (όπως κουβαλούσε κάποτε φαί με το μπακρατσάκι από το μαγειριό που δούλευε).Μέσα σ’αυτά και δύο σοκολατίτσες για τα εγγονάκια που θα γυρνούσαν από το σχολείο.Στο σπίτι τον περίμενε η δίδυμη αδερφή του μαζί με τον γαμπρό του.Κουρασμένος, καθότανε για φαί σε καρέκλα και τραπέζι κομμένο στα μέτρα του!Συνοδεία κυρίως πιάτου σχεδόν κάθε μέρα ένα πιάτο βρασμένα χόρτα.Και…φυσικά μετά…τσιγάρο.Ο μεσημεριανός ύπνος απαραίτητος, την ώρα που ο γαμπρός του, έφερνε τα εγγονάκια του σπίτι.Δυό αγοράκια, τα οποία έδιναν νόημα στην μονότονη ζωή του.Ήσυχα σε γενικές γραμμές και αυτοκόλλητα!όπου ο ένας μαζί και ο άλλος.Παιχνίδι στο παιχνίδι κάποια στιγμή δημιουργούσαν ένα κλίμα στο σπίτι δύσκολο να κοιμηθεί κάποιος.Έτσι λοιπόν, εμφανιζόταν από την πόρτα με ανακατεμένο το μαλλί του φορώντας ένα υποκίτρινο φανελάκι με τρυπούλες και λευκή σκελέα!Θα νόμιζε κανείς πως εκείνη τη στιγμή θα φωνάξει ή θα σηκώσει την παντόφλα ψηλά.Τίποτα από αυτά δεν συνέβαινε.Μουρμούριζε λίγο και επέστρεφε στο κρεβάτι του.Ούτε να τα μαλώσει δεν μπορούσε.

Μετά τον ύπνο ετοιμαζόταν και επέστρεφε στο μικρό μπακάλικο για το υπόλοιπο της ημέρας.Σ αυτό το μαγαζάκι μου άρεσε και μένα να κάθομαι και να βοηθάω τον παππού Αντώνη,να χαζεύω τον κόσμο στην γειτονιά και φυσικά να τρώω και καμιά σοκολατίτσα παραπάνω.Απέναντι απο το μαγαζί, ένα κρεωπολείο και ένα καθαριστήριο.Συνήθως έξω από τα μαγαζιά τους , έπιαναν κουβέντα από απέναντι με τον παππού Αντώνη.Επάνω από το κρεωπολείο έμενε η μικρή Ειρήνη.Συμμαθήτρια μου στο σχολείο.Έβγαινε στο μπαλκόνι κάθε τρεις και λίγο κάθε φορά που καθόμουνα στο μπακάλικο.Μέχρι και ο παππούς Αντώνης την πήρε χαμπάρι και με πείραζε!Αυτός ήταν βέβαια ακόμα ένας λόγος να βρίσκομαι εκεί.

Άνθρωπος καλοσυνάτος, που εάν ήθελες του τα έπερνες όλα και σου έλεγε και ευχαριστώ.Δεν έκανε για έμπορος.Το μπακάλικο χρωστούσε.Ποτέ όμως δεν τον άφησαν χωρίς εμπόρευμα οι προμηθευτές του.Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε η στιγμή που αυτός ο καλόψυχος εργένης θα έφευγε από την ζωή.Μια ζωή που τον αδίκησε.Δεν του πρόσφερε δική του οικογένεια.Δικά του παιδιά.Του έδωσε την ευκαιρία να βοηθήσει τα ανήψια του και τα εγγόνια της αδερφής του.Τα εγγόνια του!

Δύσκολα αποχωρίζεσαι ανθρώπους που αγάπησες και που μόνο αγάπη και καλοσύνη σου πρόσφεραν.

Ο παππούς Αντώνης έφυγε.Μου άφησε κληρονομιά το όνομα του.Μου έμαθε να αγαπώ χωρίς αντάλλαγμα.Να σκέφτομαι ανθρώπινα.

Το μπακάλικο έμεινε με χρέη αλλά και με πολλές όμορφες και ευχάριστες αναμνήσεις.

Advertisements