Image

γραφει ο αντώνης 

Λευτεράκη…έτσι με αποκαλούσε τις τελευταίες στιγμές της ζωής της.Σε μεγάλη ηλικία και με πολλά προβλήματα υγείας να την ταλαιπωρούν, ήταν εκεί, στον καναπέ της.Ήξερε ποιός ήμουν άσχετα εάν δεν θυμόταν το όνομα μου.Στην φάση αυτή της ζωής της,η τελευταία πριν παραδώσει και αποχωρήσει από τούτο τον κόσμο, οι δυσκολίες πολλές.Ανύμπορη σε έναν καναπέ και περιμένοντας κάποιο μέλος της οικογένειας να κάτσει για λίγο δίπλα της,να της πιάσει το χέρι και να μιλήσουνε ,έτσι για παρέα.Το σπίτι γεμάτο ζωή, γονείς με τρία παιδιά, και αυτή η όμορφη ‘γιαγιούδα’ καθόταν στο μέρος της και παρακολουθούσε όλη μέρα την οικογένεια να ζεί!

Γυναίκα δυναμική,πανέξυπνη και όμορφη, που κατάφερε να φέρει εις πέρας μια πολύ δύσκολη αποστολή!Να κουμαντάρει τον ‘καυκάσιο’, ένα δύσκολο άντρα, μάγκα της εποχής, και να μεγαλώσει τρία αγόρια,μέσα από αντίξοες συνθήκες.Όλα αυτά πέρασαν και ήρθε η στιγμή που είχε την ανάγκη βοήθειας, αφού τα προβλήματα υγείας της χτύπησαν την πόρτα.Έτσι λοιπόν, καθισμένη στον καναπέ της, ‘ζούσε’ την ζωή των άλλων.Όαση μέσα στην καθημερινότητα της, το μεσημεριανό τραπέζι με τα παιδιά, το απογευματινό καφεδάκι παρέα με όποιον υπήρχε εκείνη τη στιγμή εύκαιρο στο σπίτι και κάποιες άλλες στιγμές που την έκαναν ευτυχισμένη.Το χτένισμα των μαλλιών από τον ‘Λευτεράκη’, ο οποίος το διασκέδαζε λιγάκι είναι η αλήθεια, έκαναν τα μάτια της όμορφης κυρα Χρυσούλας να γυαλίζουν από χαρά.Χάϊδευε το σεντόνι του καναπέ και σε προσκαλούσε να κάτσεις δίπλα της να κάνετε λίγο ‘λακερντί’ όπως έλεγε.Μαζί της και ένα ξυλάκι το οποίο είχε μονίμως στα χέρια της έτσι ώστε να χτυπάει τα πόδια της, τα οποία πονούσαν και δεν μπορούσε να κουνήσει.Ενίοτε , χρησιμοποιούσε το ξυλάκι αυτό για να μας δίνει από καμιά, όταν περνούσαμε ‘βιαστικοί’ μπροστά από τον καναπέ της.Δεν της ξέφευγε τίποτα.Ήταν πάντα ένα βήμα πιό μπροστά από εσένα.Χρειαζόταν πέντε λεπτά ‘σκαναρίσματος’ για να καταλάβει με ποιόν είχε να κάνει. Δεν έπεσε ποτέ έξω!!!Μέχρι και την ημερομηνία που την πήρε ο Θεός δίπλα του πρόβλεψε!17 του μηνός εγώ φεύγω, μας έλεγε.Εμείς βέβαια την κοροϊδεύαμε, εκτός από 17 κάθε μήνα που κοιτούσαμε με αμηχανία ο ένας τον άλλο και σκεφτόμασταν, λές?

Έτσι ένα ήσυχο φθινοπωρινό βράδι, η όμορφη γιαγιάκα κοιμόταν ταλαιπωρημένη στον καναπέ της.Μόλις πέρασα από μπροστά της, γούρλωσε απότομα τα μάτια της και πήρε βαθιά ανάσα.Τρόμαξα.Φώναξα τον πατέρα μου φοβισμένος,γνωρίζοντας την συνέχεια.Η γιαγιά μας είχε πάρει τον δρόμο της.Το ταξίδι ξεκινούσε.Πήρε άλλες τρεις βαθιές ανάσες στην αγκαλιά του γιού της.Του πιο μικρού από τα τρία παιδιά της.Αυτού που έζησαν τα πιο δύσκολα χρόνια , μαζί.Και σε μικρή ηλικία και στα γεράματα.Τέλειωσαν όλα.Η ψυχούλα της μας κοιτούσε με χαμόγελο από ψηλά,μας έδινε και θα μας δίνει για πάντα δύναμη και αγάπη.

Όταν πέρασε λίγο η ώρα,κοιταχτήκαμε όλη η οικογένεια με αμηχανία.Ήταν 17 του μηνός!

Ο καναπές άδειος και η γιαγιά μας θα είναι για πάντα στο μυαλό μας και στην καρδιά μας.

Να είσαι καλά εκεί πάνω και να μας προσέχεις,όπως έκανες πάντα.

Advertisements